Τρίτη, 4 Σεπτεμβρίου 2012

Τζέραλντ


της Πέρσας Κουμούτση
(αναδημοσίευση από τον Ελεύθερο Τύπο της 13/8/2012)

Μια ολόκληρη ζωή χώρεσε σε εκείνο το σύντομο, αλλά περιεκτικότατο μήνυμα των πέντε γραμμών. Είκοσι πέντε περίπου χρόνια γεμάτα, προσδοκίες, όνειρα, αγάπη, έρωτα, απογοητεύσεις, θάνατοι οικείων και μη ανθρώπων, επιτυχίες και αποτυχίες, όλα συνοψίστηκαν επιγραμματικά σε πέντε μόλις γραμμές. Ήξερε πως το πιθανότερο αδικούσε τη ζωή που διένυσε όλα αυτά τα χρόνια, στριμώχνοντας τη μέσα στα στενά αυτά όρια του φτωχού κειμένου που θύμιζε απλή απαρίθμηση των σημαντικότερων γεγονότων της. Αλλά αυτή δεν ήταν στ’ αλήθεια η ζωή της, που μάταια προσπάθησε να την εξωραΐσει στα μάτια των άλλων; Τα χέρια της έτρεμαν πάνω στα πλήκτρα, η καρδιά της βροντοχτυπούσε έτοιμη να ξεριζωθεί από τη θέση της από τη λαχτάρα. Είκοσι πέντε ολόκληρα χρόνια περίμενε αυτή την παύση του χρόνου, όπου θα έβρισκε ξανά τα ίχνη του, για να του πει, για να του αποδείξει πως και χωρίς τη δική του παρουσία, χωρίς τη δική του αρωγή, τα είχε καταφέρει.
Αυτά ήθελε να του γράψει; ή μήπως κατά βάθος έλπιζε στο θαύμα της επιστροφής και της συνένωσης με τον μεγάλο έρωτα της ζωής της; Αλλά πώς χώρεσαν στ’ αλήθεια όλα αυτά σε λίγες μόλις αράδες..!  αναρωτήθηκε πάλι.
Όμως, το πιο παράδοξο δεν είναι ότι οι ζωές μας χωρούν τόσο εύκολα σε ένα τόσο δα μικρό ραπόρτο των πέντε ή δέκα γραμμών- εδώ χωρά σε μια και μόνο αράδα πάνω σε μια ταφόπλακα, «Γεννήθηκε το… απεβίωσε το…» Ούτε ότι συμπιέζεται, συνθλίβεται ουσιαστικά σε μια χούφτα άψυχων, ξερακιανών και άνευ ουσίας λέξεων, αλλά ότι έλαβε σχεδόν αμέσως την απάντησή του και μάλιστα το ίδιο απόγευμα. Και όχι μόνο αυτό, αλλά παραδέχτηκε χωρίς προλόγους και περιστροφές πως συχνά τη σκεφτόταν και πως στη Νέα Υόρκη, που πρόσφατα  είχε ταξιδέψει για ένα συνέδριο την αναζήτησε στον τηλεφωνικό κατάλογο, καταλήγοντας: ‘Πάντα ήξερα πως ήθελες να φύγεις για την Αμερική. Ήταν κι αυτό ένα από τα μεγάλα σου όνειρα, έτσι δεν είναι;’
Όνειρα μια μαγική, παραπλανητική λέξη, που οδηγεί στην ψευδαίσθηση κι όμως τόσο ελκυστική, ενέχει μαγεία, μέθη, ζάλη και ελπίδα, προπαντός ελπίδα.  
Ακολούθησαν κι άλλα μηνύματα που αφορούσαν στα παλιά, στο παρελθόν με ρυθμούς γρήγορους, καταιγιστικούς; ‘Θυμάσαι εκείνο το καλοκαίρι στο μικρό χωριό της βόρειας Ιταλίας; Τότε που πρωτογνωριστήκαμε σε εκείνο το μπαράκι του ειδυλλιακού νησιού; Όταν πρωτοφιληθήκαμε στην εσοχή του βράχου; Το κρύο που φάγαμε στο κατάστρωμα του πλοίου, επιστρέφοντας; Όταν ταξιδέψαμε μαζί στην Ευρώπη; Η δική σου ήταν η πρώτη φορά, το θυμάμαι ακόμα… Τότε που ψάχναμε για φτηνό φαγητό, για φτηνά δωμάτια. Την πρώτη μας ερωτική συνεύρεση στο τραίνο. Τα εκατόν πενήντα δολάρια που είχαμε όλα κι όλα στην τσέπη μας.. Έπειτα, τις επιστολές που ανταλλάζαμε για έναν ολόκληρο χρόνο, οι υπολογιστές δεν ήταν ακόμα τόσο διαδεδομένοι. Ύστερα, το δεύτερο μεγάλο μας ταξίδι μαζί, η γνωριμία σου με τους δικούς μου, τα μεταχειρισμένα έπιπλα που ψάχναμε στις άθλιες εκείνες αποθήκες, η γκαρσονιέρα στη μικρή επαρχιακή πόλη έξω από το Λονδίνο. Τότε που ανακοινώσαμε στους δικούς μας ότι θα παντρευτούμε…
Και εκείνη χαμογελούσε, επιβεβαίωνε και επαύξανε, ενώ οι κτύποι της καρδιάς της ανέβαιναν επικίνδυνα με την υποψία πως ίσως ξαναγεννιόταν μετά από όλα αυτά τα χρόνια ο παλιός, ο μεγάλος κι ανεκπλήρωτος έρωτάς της. Τόσο σύντομος σε ουσιαστική διάρκεια, κι όμως τόσο καθοριστικός στη δική της ζωής.
Λίγες μέρες αργότερα, αφού συμπληρώθηκαν τα κενά του παρελθόντος, τόλμησε εκείνο το  τηλεφώνημα που αφορούσε στο παρόν, στο σήμερα, στο προκείμενο.
« Γεια σου, Σοφία! Χαίρομαι που σε ακούω.»
«Με κατάλαβες, λοιπόν.»
«Φυσικά. Αν και δεν περίμενα να μου τηλεφωνήσεις.»
«Στο τελευταίο μήνυμα σου μου έγραψες το τηλέφωνό σου.…»
«Ναι, ναι, έχεις δίκιο. Πάντως, χαίρομαι που σ’ ακούω, είναι αλήθεια». της είπε με ειλικρίνεια, αλλά και με μια αδρή δόση αμηχανίας.
«Δεν ξέρω αν έκανα καλά, αλλά λαχταρούσα να σε ακούσω μετά από τόσα χρόνια.» Αποφάσισε  να είναι ειλικρινής.
«Ελπίζω να είσαι καλά, Σοφία»
«Ναι, είμαι καλά, ειδικά τώρα που σ΄ ακούω». Το μετάνιωσε. Είχε βιαστεί, άραγε πόσο επιπόλαιη ακούστηκε στα αφτιά του;
«Ευτυχισμένη;»
 Παύση σιωπής.
«Σε ρωτώ, αν είσαι ευτυχισμένη». Υπήρχε μια μικρή δόση ανυπομονησίας στη φωνή του.
«Εσύ;»
«Διεκδικείς τη σειρά μου στην απάντηση. Δεν είναι σωστό…» γέλασε, γεμίζοντας τη καρδιά της αισιοδοξία, που όμως ξεθύμανε στη στιγμή όταν άκουσε την αμέσως επόμενη φράση του, «Είμαι παντρεμένος».
 Όχι, όχι δεν το διατύπωσε έτσι ακριβώς.
«I m happily married…» της είπε αφήνοντάς τη άφωνη για λίγες στιγμές. Της φάνηκε μάλιστα σαν να άκουσε ατάκα από παλιά αμερικανική ταινία.
 «Α, ναι; Δεν μου το έγραψες ποτέ..»
 «Δεν πρόλαβα… Άλλωστε είχαμε τόσα κενά να καλύψουμε. Ένα ολόκληρο παρελθόν.»
«Πότε;»
«Πότε, τι;»
 «Πότε παντρεύτηκες;»
Τι σημασία είχε; Τι σημασία είχε πότε παντρεύτηκε; Τι περίμενε στ’ αλήθεια μετά από είκοσι πέντε χρόνια απουσίας;
«Παντρεύτηκα πριν δεκαπέντε χρόνια. Είχαν περάσει ήδη δέκα, από τότε που χωρίσαμε, όταν αποφάσισα να νοικοκυρευτώ». Το είπε με τη βεβαιότητα εκείνου που έπραξε το σωστό με μια μικρή αιχμή για τη δική της βιασύνη να παντρευτεί ένα μόλις χρόνο μετά που χώρισαν. «Βλέπεις δε σε ξεπέρασα τόσο γρήγορα, όπως έκανες εσύ». Ευθύς και καυστικός. Εντούτοις γέλασε αχνά. «Εσύ;» υπήρχε υπαινιγμός στη χροιά της φωνής.
«Παντρεύτηκα λίγο μετά που χωρίσαμε, όπως ήδη σου έγραψα … Και έχω τρία παιδιά… Αλλά για μένα τότε ήταν μια λύση ανάγκης», βιάστηκε να συμπληρώσει, σαν να ήθελε να δικαιολογήσει την απόφαση της. Το μετάνιωσε πάλι.
«Ανάγκης;»
«Συναισθηματικής κάλυψης.. Τόνωσης της αυτοπεποίθησής μου, πώς το λένε; Θυμάσαι πόσο λίγο πίστευα στον εαυτό μου, τότε.» Γέλασε πάλι, αυτή τη φορά μηχανικά. «Ένα λάθος που το πλήρωσα ακριβά.»
«Το θυμάμαι… Εννοώ πόσο λίγο πίστευες στον εαυτό σου.»
«Ήμουν πολύ νέα και άπειρη.»
 «Ναι, είναι αλήθεια, ήμαστε πολύ νέοι τότε.»
Ακολούθησε άλλη μια αμήχανη  παύση.
«Είσαι ευτυχισμένος, λοιπόν;»
«Η γυναίκα μου είναι καταξιωμένη αρχιτέκτων.»
Δεν κατάλαβε αν ήταν συμπωματικό πού ανέφερε το επάγγελμα της συζύγου ή αν εννοούσε πως θα έπρεπε να είναι ευτυχισμένος γιατί η γυναίκα του ήταν  καταξιωμένη αρχιτέκτων. Αποφάσισε να μην το σχολιάσει, παρότι την ενόχλησε πολύ. Έτσι αρκέστηκε να του πει, «Χαίρομαι, για σένα».
«Είσαι ακόμα παντρεμένη; Δεν ήταν απόλυτα  ξεκάθαρο στα μηνύματά σου.»
«Είμαι, απλώς.. τυπικά… Όχι, είμαστε σε διάσταση». Δεν την άκουσε, η σύνδεση ήταν πολύ κακή εκείνη τη στιγμή. «Με συγχωρείς, τι έλεγες;»
«Παντρεμένη. Είπα πως είμαι παντρεμένη».
«Και είσαι ευτυχισμένη;»
«Όχι,» εκστόμισε αυθόρμητα, σχεδόν ακούσια.
 Φαίνεται πως η ειλικρίνεια της τον εξέπληξε, έτσι βιάστηκε να διορθώσει,  «Εννοώ πως…  Καλά είναι. Αν αφαιρέσει κανείς τη ρουτίνα.»
 «Θα του το φανέρωνες;»
  Αναρωτήθηκε τι εννοούσε.
  «Τι να του φανέρωνα;»
 «Ότι με αναζήτησες, ότι επικοινώνησες μαζί μου…»
«Για ποιο λόγο;»
«Άντρας σου είναι, δικαιούται να το μάθει.»
« Είναι πράγματα που ανήκουν μόνο σε μας, δεν τα μοιραζόμαστε παρά μόνο με τον εαυτό μας.» απάντησε απότομα. Είχε κιόλας ξεχάσει ότι εδώ και καιρό δεν ήταν πια παντρεμένη.
« Όμως, εγώ δε θα μπορoύσα να μην το αναφέρω στη γυναίκα μου, δεν το θεωρώ σωστό. Και δε θα ήθελα να το μάθει ξαφνικά.»
«Τι εννοείς;»
 «Να ανακαλύψει ότι επικοινωνούμε.. Μοιραζόμαστε την ίδια ηλεκτρονική διεύθυνση. Δε θα ήταν σωστό».
Δεν απάντησε και εκείνος βιάστηκε να προσθέσει «Δε θα διακινδύνευα την οικογενειακή μου γαλήνη, την ισορροπία μου…»
«Μα δε σου ζήτησα ...»
«Ιt is all abοut trust, isnit;» κατέληξε, πριν την αφήσει να ολοκληρώσει τη σκέψη της, βγάζοντας τη έτσι από τη δύσκολη θέση.
‘Ξενέρωτο’, θα έλεγε η εικοσάχρονη κόρη της, αν η Σοφία είχε το θάρρος να της αποκαλύψει κάτι τέτοιο. ‘Ο μπάσταρδος’, ‘πάλι τα ίδια,’ θα έλεγε με βεβαιότητα η μητέρα της. Ίσως βέβαια και να την επέκρινε, γιατί έσπρωξε τον εαυτό της σε αυτή τη ‘ταπεινωτική’ θέση για άλλη μια φορά. Τα πάντα ήταν ταπεινωτικά για εκείνη,  τα πάντα εξέθεταν εμάς στα μάτια των άλλων.
Ωστόσο η ίδια δεν εξέφρασε καμία απολύτως γνώμη στον πληγωμένο της εαυτό, ίσως μάλιστα πολύ βαθιά μέσα της να συμφωνούσε με την άποψη του. Δεν ήταν απόλυτα σίγουρη, ποτέ δεν ήταν σίγουρη για τίποτα,. Η αμφιβολία και όχι η βεβαιότητα την οδηγούσε πάντα στους δρόμους που επέλεγε: ‘Τhe roads less trodden’,  όπως έλεγε ο αγαπημένος της ποιητής Ρ. Φροστ. Πόσο την είχε γοητεύσει αυτός ο στίχος. Πολύ αργότερα συνειδητοποίησε πως κι ο δικός της δεν ήταν παρά ένας δρόμος σαν όλους τους άλλους και τίποτα περισσότερο.
Στο τελευταίο της μήνυμα δεν απάντησε. Ύστερα ακολούθησε σιωπή, όπως τότε πριν από είκοσι πέντε χρόνια, όταν της ανήγγειλε τηλεφωνικά, πως το είχε μετανιώσει, πως μάλλον είχαν βιαστεί, πως ήταν πολύ νέοι για μια τέτοια δέσμευση. Πως και οι δυο χρειάζονταν χρόνο, εμπειρία και δράση στη ζωή.
Παρόλα αυτά, εκείνη είχε ξοδέψει όλα αυτά τα χρόνια περιμένοντας το θαύμα της επανένωσης και τη ρομαντική αυτή ψευδαίσθηση υπέθαλπε για πάρα πολλά χρόνια, μια ολόκληρη ζωή, από τότε που τον συνάντησε.                                                    
                                                
                                                            ***

Αποφάσισε να τον διαγράψει από το μυαλό της. Είχε επιζήσει τόσα χρόνια χωρίς τη δική του παρουσία και έτσι θα συνέχιζε. Εξάλλου, αν ήθελε να επικοινωνήσει μαζί της, είχε τη διεύθυνση και τα τηλέφωνά της. Αλλά από τότε πέρασαν τρία χρόνια και ο Τζέραλντ δεν έδωσε κανένα σημείο ζωής. Ούτε ένα απλό φιλικό μήνυμα, ούτε μια ηλεκτρονική κάρτα με ευχές για τα Χριστούγεννα. Τίποτα.
Έβγαλε πάλι το κουτί με τις παλιές φωτογραφίες. Το άνοιξε σχεδόν ευλαβικά. Ενώ προσπαθούσε να αποφύγει τις φωτογραφίες του Τζέρλαντ. Ξάφνου έπεσε στα χέρια της μια ασπρόμαυρη σχολική φωτογραφία. Εκείνη στεκόταν με τους συμμαθητές και τις συμμαθήτριες στο προαύλιο του σχολείου. Πρόσωπα ανέμελα, χαμογελαστά κοιτούσαν το φακό με μια δόση αιδημοσύνης. Πόσα χρόνια είχαν περάσει από τότε. Η ίδια υπήρξε όμορφη στο παρελθόν. Όμως, τρομαγμένο παιδί, όπως ήταν, δεν το είχε καταλάβει. Πάντα ήταν ένα φοβισμένο και μπερδεμένο κορίτσι.
Κοίταξε προσεχτικά τα πρόσωπα ένα ένα. Στα δεξιά της ο Χρόνης, ο εφηβικός της έρωτας. Όμορφος και αρρενωπός, με αθλητικό παράστημα. Στεκόταν δίπλα της με ένα αστραφτερό χαμόγελο.  Να τη θυμόταν; Και πόσο να έχει αλλάξει από τότε;
Κάπου είχε διαβάσει γι’ αυτόν και για τα επιτεύγματά του. Ναι, το θυμάται καλά, ήταν μόλις πριν λίγα χρόνια, σε κάποιο άρθρο μιας έγκριτης εφημερίδας. Άραγε θα έβρισκε την ηλεκτρονική του διεύθυνση με την ίδια ευκολία που βρήκε τη διεύθυνση του Τζέραλντ; Και τι θα του έγραφε;  Άνοιξε τον υπολογιστή με ανανεωμένη την ελπίδα. Αυτή τη φορά, η διαδικασία θα ήταν σίγουρα ευκολότερη και πιο σύντομη, έπειτα αρκούσε ένα copy paste του πρώτου εκείνου μηνύματος όπου απαριθμούσε επιγραμματικά τους κύριους σταθμούς της ζωής της και αυτό ήταν όλο. Τα υπόλοιπα θα τα άφηνε στον Χρόνη!