Τετάρτη, 13 Ιανουαρίου 2010

"Το Ταξί στους δρόμους του Καΐρου , Χάλεντ Σλ Χαμίσι, Eκδόσεις Μεταίχμιο

«Το Ταξί στους δρόμους του Καΐρου" είναι μια συλλογή πενήντα οκτώ μικρών ιστοριών, τις οποίες αφηγούνται πενήντα οκτώ διαφορετικοί άνθρωποι που προέρχονται από όλο το φάσμα του σύγχρονου αιγυπτιακού λαού-αν και ουσιαστικά θα μπορούσαν όλοι αυτοί να είναι ένας και μοναδικός αφηγητής.

Σπάζοντας τους παραδοσιακούς τρόπους αφήγησης, αλλά και το είδος της γλωσσικής έκφρασης που συνηθίζεται στην αιγυπτιακή πεζογραφία, το Ταξί συνθέτουν μικρές ιστορίες που παρουσιάζουν όψεις της πιο συμβατικής καθημερινότητας, ιστορίες ανθρώπων οι οποίοι προέρχονται από τα πιο φτωχά στρώματα του πληθυσμού του Καΐρου. Θίγονται ζητήματα που, ελάχιστα χρόνια πριν, θεωρούνταν ταμπού. Είναι όμως και ιστορίες που, παρά το τοπικό τους χρώμα, θα μπορούσε κανείς να βρει σ' αυτές στοιχεία τα οποία με άλλη μορφή θα τα συναντήσει σε κάθε σημείο της γης, ακόμα και στις πιο εύπορες και ευνοημένες οικονομικά και πολιτικά χώρες.

Οι αλήθειες που παρουσιάζονται μέσα από τις αφηγήσεις των ταξιτζήδων είναι συγκλονιστικές: Εδώ η μιζέρια, η ανέχεια. η δυσπραγία αποτελούν την καθημερινότητα, και η επιβίωση είναι ένας διαρκής αυτοσκοπός που, μάλιστα, για να επιτευχθεί, πολλές φορές παίρνει άγρια μορφή. Έτσι, το σύνολο των ιστοριών δημιουργεί ένα ιμηφιδωτό που ξεδιπλώνει μπροστά στα μάτια μας μια διόλου εξωτική και μάλλον απαισιόδοξη εικόνα του σύγχρονου Καίρου και, σε προέκταση, ολόκληρης της Αιγύπτου, μιας χώρας η οποία διχάζεται ανάμεσα στη Δύση και την Ανατολή. Τα προβλήματα προσεγγίζονται με τον θυμοσοφικό τρόπο του απλού και σε πολλές περιπτώσεις αγράμματου λαού, αλλά τονίζονται με πικρό χιούμορ, με ειρωνεία και κάποτε με ανάλαφρο σαρκασμό για την ανθρώπινη μοίρα, για αυτούς που εξουσιάζουν και αυτούς που εξουσιάζονται. Μάλιστα, τα περισσότερα από τα προβλήματα του αιγυπτιακού λαού, έτσι όπως περιγράφονται στο βιβλίο, στην ουσία δεν περιορίζονται στον αραβικό κόσμο. Η παγκοσμιοποίηση, ο υπερκαταναλωτισμός, η ανεργία, η αναξιοκρατία, η εκμετάλλευση από τη μεριά του κράτους, η εξαντλητική γραφειοκρατία και οι μικρές εξουσίες που γίνονται μεγάλες, όλα αυτά συνθέτουν μια εξαιρετικά τολμηρή για τα αιγυπτιακά δεδομένα δέσμη αφηγημάτων. Και ενώ οι ιστορίες είναι στη βάση τους απλές και είναι δυνατό να θεωρηθούν από κάποιον βιαστικό αναγνώστη κοινότοπες, η ριζοσπαστική αφηγηματική τεχνική τους τις διαφοροποιεί από τις άλλες του είδους τους.

Σπουδαιότερη κατάκτηση στο βιβλίο αυτό του Χάλεντ Σλ Χαμίσι είναι η γλώσσα στην οποία είναι γραμμένο. Ανεπιτήδευτη, καθημερινή γλώσσα του δρόμου, με ιδιωματισμούς και εκφράσεις που πολύ δύσκολα μπορεί να κατανοήσει κάποιος ο οποίος δεν έχει εντρυφήσει στη γλώσσα και δεν έχει γνωρίσει σε βάθος τα ήθη και τη νοοτροπία του λαού. Άλλωστε, είναι γνωστό ότι τα αραβικά είναι πολύ πλούσια σε νοήματα και ότι οι ιδιωματισμοί του δρόμου αποτελούν μια ειδική γλώσσα, με κώδικες δύσκολους, στοιχεία τα οποία συντελούν στην όχι εύκολη απόδοσή τους σε άλλη γλώσσα. Παρά την καινοτομία του βιβλίου σε ό,τι αφορά την αφηγηματική τεχνική του, σε αυτό το έργο ο τόπος, δηλαδή το σύγχρονο Κάιρο, με τους μεγάλους και μικρότερους δρόμους, τις πλατείες και τον μεγαλοπρεπή Νείλο να το διασχίζει, έχει τον πρώτο και πρωταρχικό ρόλο.

Δευτέρα, 07 Δεκεμβρίου 2009

Ο N. Μαχφούζ και πάλι στο ελληνικό εκδοτικό προσκήνιο



Ο Μαχφούζ είναι από τους Αιγυπτίους σύγχρονους συγγραφείς ο πιο μεταφρασμένος αλλά και ο πιο αγαπητός στην Ελλάδα. (Από τις εκδόσεις Ψυχογιός κυκλοφορούν 18 μυθιστορήματα του ενώ από τις εκδόσεις Καστανιώτης μόλις πριν λίγες μέρες κυκλοφόρησε ένα ακόμη μυθιστόρημά του με τίτλο "Χίμαιρα"). Μάλιστα με το έργο του συμβαίνει κάτι που σπάνια έχει τύχει με άλλους ξένουςλογοτέχνες : οι Έλληνες αναγνώστες έχουν δείξει την προτίμησήτους σ’ αυτό , ανεξάρτητα από το αν είναι απλοί αναγνώστες , ποιητές ή μυθιστοριογράφοι ή ακόμα εξειδικευμένοι και με πιο αυστηρά αισθητικά κριτήρια κριτικοί και διανοούμενοι.

Κατά τη γνώμη μου αυτή η συμφωνία ή η σύγκλιση αναγνωστών από διαφορετικές προελεύσεις, διαφορετικές νοοτροπίες που συνήθως διαβάζουν ζητώντας διαφορετικά πράγματα σ’ ένα βιβλίο, οφείλεται στο γεγονός ότι ο Μαχφούζ είναι ένας συγγραφέας που χωρίς να χάνει την ιθαγένειά του, χωρίς δηλαδή να μας κάνει να ξεχνούμε ούτε στιγμή ότι ο κόσμος του είναι ο καθημερινός του Καΐρου, ο κόσμος των συνοικιών, των αγορών, των λαϊκών πολυκατοικιών, ο κόσμος της φτώχειας αλλά και των ανερχόμενων μικροαστών, ταυτόχρονα είναι ο συγγραφέας που κατορθώνει να μεταμορφώνει το τοπικό χρώμα, τα ήθη και τις ιδιομορφίες σε καταστάσεις ζωής πανανθρώπινες. Αυτό συμβαίνει άλλωστε με τους μεγάλους και σημαντικούς λογοτέχνες, σε όλες τις εποχές.

Η Αίγυπτος για τον μέσο Έλληνα αναγνώστη είναι μια χώρα γνωστή και άγνωστη. Γνωστή, διότι ένας σημαντικός αριθμός Ελλήνων είχε εγκατασταθεί εδώ από τις πρώτες δεκαετίες του 19 ου αιώνα, αναζητώντας καλύτερη τύχη, και πολλές οικογένειες είχαν συγγενείς που έζησαν για ένα μικρό ή μεγάλο διάστημα στο Κάιρο, στην Αλεξάνδρεια και σε πολλές άλλες, μικρές και μεγάλες πόλεις. Γνωστή ακόμα, διότι η Αίγυπτος ήταν για ένα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα η πιο φιλική για μας αραβική χώρα. Θεατρικοί θίασοι περιόδευαν εδώ, κινηματογραφικοί παραγωγοί προτιμούσαν τα αιγυπτιακά studio, οι λαϊκοί τραγουδιστές μας εμπνεύστηκαν πολλές φωνογραφικές επιτυχίες τους από θέματα, σύμβολα και εικόνες της αιγυπτιακής ανατολής. Αλλά και άγνωστη, διότι για πολλούς ήταν και είναι μια χώρα εξωτική, πολύ πλησιέστερα στον ρυθμό ζωής και στις νοοτροπίες του κόσμου της Ασίας.

Αυτό τον συνδυασμό, του οικείου και του εξωτικού, του παραδοσιακού και του μοντέρνου, του ανατολίτικου και του δυτικού, κατάφερε ο Μαχφούζ με τα μυθιστορήματα και τα διηγήματά του να τον μεταφέρει σε γοητευτικές ιστορίες, γραμμένες με την πάντοτε απαράμιλλη, γεμάτη λυρισμό και ρυθμό, ποιητική του γλώσσα. Όμως την ίδια στιγμή, αυτό που τον έκανε ιδιαίτερα αγαπητό ήταν και το γεγονός ότι μαζί με τον παραμυθά και χαρισματικό αφηγητή Μαχφούζ, εμφανίζεται και ένας Μαχφούζ αδιάπτωτα στοχαζόμενος. Δεν είναι μόνο ότι τα βιβλία του υποκινούν τη σκέψη του αναγνώστη για τα διαρκή και τα προσωρινά της ζωής, αλλά και ότι το κάθε ένα από αυτά είναι ένας δρόμος ανάβασης προς τις βαθύτερες ανθρώπινες αλήθειες, πέρα από θρησκείες και πολιτικά συστήματα.

Τρίτη, 24 Νοεμβρίου 2009

"Για την αγάπη των άλλων" της Ιουστίνης Φραγκούλη

Εν μέσω τετριμμένων και μη υποχρεώσεων, σωρείας προβλημάτων της δουλειάς και της καθημερινότητάς μου, επιτέλους βρήκα το χρόνο για να γράψω αυτά τα λίγα για το βιβλίο της φίλης μου,Ιουστίνης Φραγκούλη, με τον πολύ όμορφο τίτλο Για την αγάπη των άλλων- βιβλίο που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Ψυχογιός και ήδη σημείωσε πολύ μεγάλη επιτυχία.
Το μυθιστόρημα της Ιουστίνης ή για να ακριβολογήσω αρκετές από τις πτυχές και τις αρετές του είχα την τύχη να ‘γνωρίσω’ πριν ακόμα το διαβάσω, γιατί βρισκόμουν και εγώ ανάμεσα στους φίλους της συγγραφέως, στην πρώτη επίσημη παρουσίαση του, και άκουσα με προσοχή τις εισηγήσεις των εξαίρετων ομιλητών που κέντρισαν ακόμα πιο πολύ το ενδιαφέρον και τη λαχτάρα μου να το διαβάσω. Μάλιστα, εκεί έμαθα πως η συγκλονιστική ιστορία του βιβλίου βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα και αποτυπώνει τη ζωή και τις συναισθηματικές και άλλες περιπέτειες μιας υπαρκτής οικογένειας της Νισύρου στη διάρκεια της Ιταλοκρατίας, και πως ένα σημαντικό μέρος του υλικού της ,η συγγραφέας άντλησε από τις αφηγήσεις προσώπων που σχετίζονταν άμεσα ή ακόμα και συγγενικά με κάποια από τα πρωταγωνιστικά πρόσωπα της ιστορίας.
Όμως διαβάζοντας το βιβλίο Για την αγάπη των άλλων, ίσως κι από τις πρώτες του ακόμα σελίδες , διαπίστωσα πως η συγγραφέας του δεν έχει γράψει απλά ένα ηθογραφικό αφήγημα, ούτε περιορίζεται στη στεγνή καταγραφή των γεγονότων ούτε και στην επίπεδη περιγραφή των προσώπων που πρωταγωνιστούν σε αυτό, αλλά επιδιώκει να αποτυπώσει με πειστικό τρόπο μορφές και σχέσεις ζωής που πλέον δεν υπάρχουν και που είναι άγνωστες για τους περισσότερούς μας. Στην ιστορία της διασταυρώνει τις συναισθηματικές δοκιμασίες των ηρώων με τους γενικότερους όρους ζωής και τις κοινωνικές συνθήκες, και συνδέει την μυθοπλασία της με τις άμεσες ή οι έμμεσες αναφορές σε γεγονότα που σημάδεψαν καθοριστικά τον 20ό αιώνα. Σκιαγραφεί γεγονότα και χαρακτήρες με τη γενναιόδωρη πινελιά ενός αναγεννησιακού ζωγράφου προσθέτοντας με τον λόγο της και τις πιο λεπτές αποχρώσεις μιας τοιχογραφίας ανθρώπων, γεγονότων και συνθηκών που πραγματικά συγκινούν και μας συγκλονίζουν. Και πέρα από όλα αυτά, δηλαδή πέρα από το ηθογραφικό πλούτο του βιβλίου, τη λογοτεχνική του αξία, την εξαιρετική ψυχογραφία των ηρώων του, ειδικότερα των γυναικείων προσώπων, είναι ένα βιβλίο που ακουμπάει ζητήματα διαχρονικά, και μάλιστα- χωρίς να θέλω να υπερβάλλω- ζητήματα πανανθρώπινα. Γιατί αν αφαιρέσει κανείς το σκηνικό και το χρονικό πλαίσιο στο οποίο εξελίσσεται η ιστορία των δυο κυριότερων ηρωίδων, της Τζανής και της κόρης της Μαργαρίτας – η ιστορία της Ιουστίνης θα μπορούσε να είναι η ιστορία της κάθε γυναίκας πάνω στη γη, της γυναίκας που στερεύει ερωτικά και που ακρωτηριάζεται συναισθηματικά από τις κοινωνικές συνθήκες οι οποίες εξουσιάζουν τη ζωή της ως τον θάνατο- ίσως πάλι και αυτόβουλα για όλα τα παραπάνω. Της γυναίκας που υποτάσσεται χωρίς αντίσταση στους απαράβατους κανόνες της ηθικής αλλά και της προκατάληψης οι οποίοι διέπουν τις ζωές των ανθρώπων στις μικρές κλειστές κοινωνίες ακόμα και σήμερα και πολύ συχνότερα στις ανατολίτικες κοινωνίες. Ο έντονος συμβολισμός που κυριαρχεί στο βιβλίο ενισχύσει την πεποίθηση μου αυτή,. Παρότι αδιόρατος και διακριτικός, ο συμβολισμός ή τα συμβολικά στοιχεία παίζουν τον ρόλο τους στο μυθιστόρημα της. Τα θαλασσοδαρμένα τοπία της Νισύρου, ο καθρέφτης της σάλας στο οποίο η ηρωίδα κοιτάζει το είδωλο της αλλά και ολόκληρη τη ζωή που την προσπερνά και τη αφήνει πίσω, το μαντήλι που δένει σφιχτά κάτω από το πιγούνι της και κάτω από το οποίο η ηρωίδα κρύβει τη ντροπή της, η προίκα που ξεπουλιέται από την κόρη για χάρη του έρωτα και της αγάπης, όλα αυτά παρότι σύμβολα που θα μπορούσε κανείς να τα χαρακτηρίσει τοπικά, ή μιας συγκεκριμένης εποχής και κοινωνίας η Ιουστίνη τα μετατρέπει σε σύμβολα πανανθρώπινα, οικουμενικά..
« Η ζωή είναι μεγαλύτερη από την αγάπη», μοιάζει να επαναλαμβάνει η ηρωίδα σαν διαπίστωση ή σαν σύνθημα που καθοδηγεί την ίδια και τις πράξεις της. Στην πραγματικότητα ίσως την επαναλαμβάνει σαν να θέλει να πείσει τον εαυτό της. Σκληρό και συνάμα τρυφερό , ρεαλιστικό και ονειρικό, γλαφυρό αλλά και δηκτικό βιβλίο. `Ομως η δηκτικότητα αυτή μοιάζει σαν να λειτουργεί ερήμην της συγγραφέως, ίσως ως απόρροια της εσωτερικής στάσης της απέναντι στα πράγματα, της εξέγερσής της εναντίον των συνθηκών που επιβάλλουν μια τέτοια νοσηρή κατάσταση, καθώς ως αφηγήτρια δε δικαιούται να κρίνει παρά μόνο να εξιστορεί τα γεγονότα από απόσταση και να τα καταγράφει χωρίς να επεμβαίνει. Το μυθιστόρημα της Ιουστίνης πράγματι είναι ένα σπουδαίο και τρυφερό μυθιστόρημα, ίσως από τα καλύτερα που εκδόθηκαν αυτό το φθινόπωρο.

Πέμπτη, 05 Νοεμβρίου 2009

Λιγα λόγια για ένα ταξίδι και ένα συνέδριο 27-29 Οκτωβρίου


Η αντιπροσωπεία (αποστολή) της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην Αλγερία με επικεφαλής της την κα Μπαεζ οργάνωσε ένα συνέδριο στο Αλγέρι με θέμα τον «Διαπολιτισμικό διάλογο και τον ρόλο του συγγραφέα στην προώθηση της διαφορετικότητας». Προσκεκλημένοι ήταν πεζογράφοι και ποιητές από δέκα ευρωπαϊκές χώρες που είτε ενσωμάτωσαν στα έργα τους τον σφυγμό του σύγχρονου αραβικού κόσμου, είτε έδειξαν έμπρακτα την ευνοϊκή τους στήριξη προς την αραβική υπόθεση.
Είχα την τύχη να με επιλέξουν ως ελληνίδα εκπρόσωπο, και μόλις μου έκαναν την πρόταση μέσω της πρεσβείας μας στο Αλγέρι τη δέχτηκα αμέσως. Δε θα σας μιλήσω για τα πρακτικά του συνεδρίου, ούτε για τα παραλειπόμενά του , γιατί κι αυτό, όπως τα περισσότερα συνέδρια στα οποία συμμετείχα τον τελευταίο καιρό, ήταν άρτια οργανωμένο με ενδιαφέρουσες εισηγήσεις. Αν και οι περισσότερες πήγαζαν μάλλον από προσωπικές εμπειρίες των ομιλητών στις λιγότερο ευνοημένες χώρες της Βορείου και όχι μόνο Αφρικής, και όχι τη λογοτεχνική συνδιαλλαγή τους με τον αραβικό κόσμο. `Αλλωστε ακούστηκαν και μάλλον συμβατικές απόψεις και ιδέες, για τη σύγκλιση των νοοτροπιών των εθνών κλπ. Θα σας μιλήσω λοιπόν για την αίσθηση που αποκόμισα ενώ βρισκόμουν στο Αλγέρι, παρότι εξαιτίας του συνεδρίου και της κατάστασης που κυριαρχεί ακόμα εκεί δεν κατάφερα να το γυρίσω όπως θα ήθελα, κάτι που το θέλει αμέσως ο κάθε ταξιδιώτης που αντικρίζει την πόλη από μακριά.
Το Αλγέρι είναι μια πόλη γεμάτη αντιθέσεις, μια πόλη ακατέργαστα όμορφη αφού ο τουρισμός δεν την έχει αγγίξει ακόμα. Κτισμένη πάνω σε ένα λόφο, βουνό όπως το ονομάζουν οι κάτοικοι του, ο περιηγητής έχει τη αίσθηση οτι την ανεβοκατεβαίνει όπως ένα τραινάκι του τσίρκου, Όχι τόσο από τις απότομες σε κάποια σημεία της ανηφοριές, όσο από την ποικιλομορφία του πλήθους που περιδιαβαίνει τους δρόμους της, όπου συναντάς μελαψούς Βέρβερους με γοητευτικά χαρακτηριστικά, ξανθούς απογόνους της φυλής των Καμπυλ, μελαχρινές καλλονές -λες και βγήκαν από τα παραμυθια της Χαλιμας, κι άλλες με λυτά ως τους ώμους μαλλιά και άλλες με μαντίλες, μακριά πολύχρωμα φορέματα αλλά και τζινς με αθλητικά παπούτσια ! Δεν ξέρω αν θα μπορούσα να χαρακτηρίσω αυτή την πόλη ως αραβοποιημένη ευρωπαική ή αραβική που εξευρωπαϊστηκε. Και ενώ εκ πρώτης όψεως μοιάζει μια πόλη ήρεμη και σίγουρη για τον εαυτό της, μια πόλη που κατάφερε να βρει τους ρυθμούς της μετά τα τυφλά χτυπήματα των ισλαμιστών που πλήγωσαν βαθιά την αξιοπρέπεια του λαού της, αν περπατήσει κανείς στους δρόμους της καταλαβαίνει αμέσως πως υπάρχει ακόμα διάχυτη η αίσθηση του φόβου και πως οι πληγές δεν έχουν ακόμα εντελώς επουλωθεί. Αλλά το πιο παράδοξο είναι πως ενώ οι κάτοικοι κουβαλούν ακόμα τις φρικτές μνήμες από τη γαλλική κατοχή, επιμένουν να μιλούν τη γαλλική γλώσσα και πολλοί από αυτούς να ενστερνίζονται πολλές από τις συνήθεις των γάλλων στη καθημερινή τους ζωή. Παρόλα αυτά και ενώ διακρίνει κανείς καθαρά τα ίχνη μιας αμυδρής καχυποψίας στο βλέμμα τους, κατάφεραν να ξεπεράσουν τις όποιες επιφυλάξεις τους και να μας υποδεχτούν με τα καλύτερα, λαμπερά τους χαμόγελα.
Λόγω της καταγωγής μου, καθώς εκπροσωπούσα εκεί την Ελλάδα, με καλωσόρισαν ιδιαίτερα θερμά και η θερμή αυτή υποδοχή είχε τη συνέχειά της στον τρόπο που με αντιμετώπισε ο αλγερινός τύπος. Ήταν φανερό πως με ένιωσαν δική τους καθώς πέρα από την αραβική γλώσσα που τη μιλώ πολύ καλά, σαν δεύτερη μητρική μου, η Ελλάδα είναι μια χώρα που για αυτούς διαθέτει καλοσύνη ανεξικακία και κατανόηση. Σκέφτηκα πως ίσως έχουν υπερτιμήσει τα θετικά μας, επηρεασμένοι από την ιστορία και την τουριστική μας εικόνα, αλλά χάρηκα ιδιαίτερα που ήμουν στο επίκεντρο αυτής της σύναξης κάτι που δεν διέφυγε φυσικά της προσοχής και των άλλων συνέδρων . Στο Αλγέρι είχα επίσης την ευκαιρία να γνωρίσω από κοντά τους ευρωπαίους συνεδρους που γράφουν για τη διαφορετικότητα των χωρών και έχουν ως αντικείμενό τους το μεταναστευτικό πρόβλημα της Ευρώπης. Υπήρξε μάλιστα μια αμοιβαία υπόσχεση ότι θα εργαζόμαστε από κοινού για ζητήματα σχετικά με τον διαπολιτισμικό διάλογο. Από όλους ωστόσο ξεχώρισα τον πρώην αναπληρωτή υπουργό για τις ίσες ευκαιρίες στη Γαλλία επί διακυβέρνησης Βελπέν κ. Αζουζ Αγκάκ, έναν γάλλο αλγερινής καταγωγής . Έναν άνθρωπο με βαθιά παιδεία και αξιόλογο συγγραφικό έργο, όχι μόνο στη λογοτεχνία της χώρας του, αλλά και στους τομείς τις οικονομίας και της κοινωνιολογίας
Τέλος, τη σύντομη αυτή περιήγηση μου θα ήθελα να την κλείσω απευθύνοντας ένα μεγάλο ευχαριστώ στον Πρέσβη της Ελλάδος στην Αλγερία κ. Μούτσογλου και τον πρόξενο κ.Λούζη για την πολύτιμη βοήθεια τους αλλά και μια ευχή. Η εντύπωση που έχουν ακόμα για μας ,ότι δηλαδή είμαστε χώρα ίσων ευκαιριών, δίκαιης μεταχείρησης των ξένων, τόπος φιλοξενίας και εγκαρδιότητας, όλα αυτά να επαληθευύονται και στην καθημερινή πράξη.

Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου 2009

" Μοντάχα " της Χάλα ελ Μπάντρι,


Σύντομο προλογικό σημείωμα .


Αντιπροσωπευτικό δείγμα του σύγχρονου ρεαλισμού της Αραβόφωνης, και πιο συγκεκριμένα της νεώτερης Αιγυπτιακής πεζογραφίας, το Μυθιστόρημα της Χάλα ελ Μπάντρι «Μοντάχα», διαδραματίζεται σε ένα μικρό χωριό στην ενδοχώρα της Αιγύπτου, όχι πολύ μακριά από το Δέλτα του Νείλου, κατά την ταραγμένη κοινωνικά, πολιτικά και ιστορικά εποχή της πενταετίας 45 – 50. Παρότι, σε πρώτο επίπεδο, το μυθιστόρημα δεν ξεφεύγει αρκετά από τους παραδοσιακούς τρόπους αφήγησης, ή από τα όσα είχαμε συνηθίσει να διαβάζουμε στους κλασσικούς Αιγύπτιους συγγραφείς, ο αφηγηματικός κόσμος της Αιγύτπιας συγγραφέως είναι βέβαιο πως δεν περιορίζεται στη ιδεολογία της προεπαναστατικής Αιγύπτου, ούτε στον ρομαντισμό που συνοδεύει την ίδια αυτή εποχή.

Αυτό που την ενδιαφέρει περισσότερο, είναι η διερεύνηση της ανθρώπινης ψυχής, η αναζήτηση της αλήθειας στις διάφορες εκδηλώσεις του απλού, καθημερινού ανθρώπου και μάλιστα του λαϊκού και στερημένου ανθρώπου της επαρχίας με τα λιγοστά ή ανύπαρκτα εφόδια, και η καταγραφή όλων αυτών στη διάρκεια μιας κρίσιμης ιστορικής εποχής που εκτείνεται από τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο ως τις αρχές της δεκαετίας του πενήντα. Η αφήγηση άλλοτε κυλά ήρεμα σαν τα ατάραχα νερά του παραποτάμου που διασχίζει το χωριό και που αφουγκράζεται και παρατηρεί σιωπηλά τη δράση των κατοίκων και γίνεται μάρτυρας των βασάνων και των προβλημάτων τους, κι άλλοτε προχωρά με διασκελισμούς ή γρηγορότερους ρυθμούς που, πολλές φορές, δίνουν την εντύπωση ότι ακολουθούν τη ταραγμένη ροή της ίδιας της σύγχρονης ιστορίας της Αιγύπτου, με όλα τα παρεπόμενα και τα συνακόλουθα της. Μ’ αυτή την έννοια, τα ιστορικά και κοινωνικοπολιτικά γεγονότα που ταλανίζουν τον λαό της Αιγύπτου, και μάλιστα στην άγνωστη για μας, Αιγυπτιακή επαρχία, αποτελούν και αυτά, βασικό πρόσωπο ή και ίσως μάλιστα πρωταγωνιστή της όλης ιστορίας.

Για να πετύχει τον στόχο της, η συγγραφέας αναφέρεται σε θέματα, ιδέες, σκέψεις, χαρακτήρες ανθρώπων και καταστάσεις κοινωνικές ενός κόσμου που αν και δεν είναι ευρύτατα γνωστός σε μας δεν απέχει γεωγραφικά και χρονολογικά τόσο πολύ από τον δικό μας. Παρόλα αυτά, η συγγραφέας δεν σταματά στη ρεαλιστική αποτύπωση της αγροτικής κοινωνίας και των ανθρώπινων τύπων της (φελάχοι, και εξουσιαστές), και των καθημερινών προβλημάτων τους, αλλά προχωρά ένα βήμα παραπέρα. Με άψογη συγγραφική δεινότητα, πυκνό και μεστό λόγο καταφέρνει να αναπαραστήσει ένα ολόκληρο κόσμο και να συνυφάνει καταστάσεις, ατομικούς χαρακτήρες, με την περιρρέουσα πολιτική ατμόσφαιρα της Αιγύπτου καθώς, την ιστορική και κοινωνική εξέλιξη στη διάρκειας της ιστορικής περιόδου που πραγματεύεται.'

Μαζί με όλα αυτά συνυφαίνει επίσης και τα ατομικά πάθη των κατοίκων, τις ανθρώπινες αδυναμίες τους, τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης εξαιτίας της φτώχιας, και της εκμετάλλευσης, και των παρεμβάσεων των Άγγλων αλλά και της ντόπιας εξουσίας, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα την ανθρώπινη αφροσύνη, τη προκατάληψη, τη στενοκεφαλιάς και της προσκόλληση των κατοίκων στο παλιό.

Όλα αυτά, πάνω σε ένα φόντο όπου τα εξωτερικά γεγονότα που ταλανίζουν αλύπητα την Αίγυπτο κατά αυτήν την αποφασιστική περίοδο δημιουργούν ατομικές και κοινωνικές συγκρούσεις που η συγγραφέας της μεταφέρει με ένα απλό αλλά παραστατικότατο τρόπο.Ο συμβολισμός δεν απουσιάζει από το βιβλίο της Χάλα ελ Μπάντρι, το χωριό αυτό όπως έχει δημιουργηθεί από τη συγγραφέα είναι ίσως φανταστικός. Το χωριό το ίδιο δεν υπάρχει στην πραγματικότητα, ακόμα και το όνομα του είναι συμβολικό, (Μοντάχα στα Αραβικά σημαίνει καταδικασμένο ή τελειωμένο μεταφορικά και κυριολεκτικά αντίστοιχα) ωστόσο, είναι ο μικρόκοσμος της ίδιας της Αιγύπτου και κατά προέκταση μια ευρύτερης κοινωνίας που θα μπορούσε να έχει αντίκρισμα παντού, όχι μόνο στις Αραβικές χώρες. Παρά το ότι και σε αυτό το έργο ο τόπος το χωριό παίζει πρωταρχικό ρόλο.

Συμβολικά είναι επίσης και τα βασικά πρόσωπα όπως ο Τάχα, το φωτεινό μυαλό του χωριού που όμως υποχρεώνεται να θυσιάσει τα προσωπικά του όνειρα και τις επιδιώξεις του για να βοηθήσει τον λαό του, η γυναίκα του Ουαντίντα, σύμβολο της αιώνιας πίστης και η μητέρα του Αμίνα σύμβολο του οικογενειακού αυταρχισμού και των αμετάκλητων πεπαλαιωμένων ιδεών. Όπως και η ίδια η σχέση των κατοίκων με τους καμηλιέρηδες – επόπτες που παρακολουθούν όλες τις κινήσεις τους νυχθημερόν και τους επιβάλουν την τάξη με το μαστίγιο, είναι καθαρά συμβολική. Συμβολίζουν την ντόπια εξουσία που υπήρξε ανεπούλωτη πληγή στην ιστορία της Αιγύπτου. Και εδώ η συγγραφέας εισάγει καινούριο στοιχείο αφού συνήθως σε αυτού του τύπου τα βιβλία η σύγκρουση γίνεται ανάμεσα στο λαό και τον ξένο εξουσιαστή. Αλλά πέρα από το τοπικό, η συγγραφέας καταφέρνει να μεταπηδήσει στο οικουμενικό αφού μεταξύ άλλων θίγει στο βιβλίο της ουσιαστικά και πανανθρώπινα θέματα όπως η μοίρα και η θέση της γυναίκας στις κλειστές κοινωνίες, η κατάπνιξη του ερωτικού πόθου, οι συγκρούσεις ανάμεσα στο παλιό και το καινούριο, των προκαταλήψεων και του εκσυγχρονισμού, των θρησκευτικών πεποιθήσεων κλπ.

Παρ΄ ότι ηθογραφικό στο μεγαλύτερο μέρος του, οι ψυχογραφικές περιγραφές των κεντρικών ηρώων του μυθιστορήματος Μοντάχα, ξεπερνά τις προσδοκίες του αναγνώστη.


Το μυθιστόρημα της Χάλα ελ Μπάντρι, Μοντάχα θεωρείται από τους Αιγύπτιους κριτικούς ριζοσπαστικό έργο της νεώτερης αιγυπτιακής πεζογραφίας.


Cultural diversity between East and West, between Europe and the countries of the mediterrenean and the question of how each one of us conceives ...

or understands the other has always been a very significant issue that many scholars have dealt with in the past. "


(Ενα απόσπασμα από την εισήγησή μου σε συνέδριο που πραγματοποιήθηκε στην πόλη Asilah του Μαρόκου )


Each civilization has its own characteristics, each comprises a collective and all embracing general way of life that includes tradition, aesthetic experience, religious beliefs, personal and collective values, sentiments or emotions, innovation, everyday habbits, personal creation. Social experience itself constitutes the fundamental element and the particularity of each culture. In other words, culture is connected to the core of society in which it is developed, and reflects its desire to express and celebrate the characteristics of the way of life or its history.
But culture cannot evolve, expand and generally succeed without communicating it to others. Umberto Eco in his theory of the ‘semiotics’ suggests that the whole of civilization should be studied as a phenomenon of communication, while the French philosopher and writer Jean-Paul Sartre with his question “ how we communicate with one onother, underlines this point too. It is true that one nation’s culture affects the learning cognitive situation of another, and opens our horizons to new ideas and perception. Through viewing the inner mirror of other peoples lives, their cultural identity we became more aware of our own and consequently of what one may call human civilization
Once culture is communicated it automatically integrates itself into what we may call human civilization,
Needless to say that the rapid social and political developments, the technological evolution and the novel power of massive forms of communications transformed the picture of the 20th and 21st century in that respect. There many models of communication have tried review the impact of its messages on one another. I shall not enumerate all of them as they will take all of my time. However, I shall stop at the most significant one, which is literature and translation. Trough my personal experience as a writer and a literary translation for the past twenty years, I have come to believe that literature is the most significant channel, the most effective way of communicating one’s culture, as it is the mirror on which all of the above elements are reflected upon. And the means to achieve this is translation. Once literature is translated it is not restricted anymore to the limited borders of its birthplace, it shrugs off its locality, exotic or special features and takes up its universal trait, the special colours and odours become universal concepts and ideas….
Literature is a universal language, even when writers depict the very core of their own society or the themes they deal with are derived from of their cultural surrounding. Writers are not mere narrators of a local myth their writing is the result of a complex and composite observation of μan in a universal sense and what determines his existence, his behaviour, and acts...

Παρασκευή, 09 Οκτωβρίου 2009

To ¨Καφέ Κλεμέντε" στο Εθνος out από την αγαπημένη μου Ελένη Γκίκα




Σε ευχαριστώ πολύ Ελένη μου...