Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2012

Ανάμεσα σε δύο άντρες και δύο πόλεις...

Μια υπέροχη ανάρτηση της Ελένης Γκίκα στη σελίδα της στο ethnos.gr για το Καφέ Κλεμέντε


Ανάμεσα σε δύο άντρες και δύο πόλεις

Μια ελεγειακή ιστορία για τον χαμένο χρόνο, την ψευδαίσθηση του έρωτα και τη μαγική αντανάκλαση ζωής και τέχνης είναι το μυθιστόρημα «Καφέ Κλεμέντε» της Πέρσας Κουμούτση.


«Πώς να εγκαταλείψω αυτή την πόλη, /χωρίς ούτε μια πληγή/ στην καρδιά και στην ψυχή...» («Δυτικά του Νείλου», Εκδ. «Ψυχογιός», 2008).

Ποτέ της δεν εγκατέλειψε αυτή την Πόλη, διότι για κείνη δεν υπήρξε απλώς γενέθλια γη αλλά και το κλειδί: για να κατανοήσει τα ακατανόητα, ν’ ανοίξει τη θαυματουργικά ιαματική πόρτα της λογοτεχνίας, ν’ αντιληφθεί τα ομιχλώδη ιστορικά γυρίσματα, να διασώσει τον χωροχρόνο στο χαώδες εφήμερο, να έχει ήδη μια πρόγευση παράδεισου, ώστε να ξέρει...

Αίγυπτος
Η Πέρσα Κουμούτση ήταν εκείνη που έκανε τον Ναγκίμπ Μαχφούζ γνωστό στη γλώσσα μας και μετέφρασε το Κοράνι.

ΣΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ και το Παρίσι μάς ταξιδεύει η Πέρσα Κουμούτση στο νέο της μυθιστόρημα, «Καφέ Κλεμέντε».
ΣΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ και το Παρίσι μάς ταξιδεύει η Πέρσα Κουμούτση στο νέο της μυθιστόρημα, «Καφέ Κλεμέντε».

Στο πρώτο της μυθιστόρημα «Αλεξάνδρεια, στο δρόμο των ξένων», η αφηγηματική της δεινότητα ήταν ήδη ορατή: ατμόσφαιρα, χαρακτήρες με σάρκα και αίμα, στην εποχή των ηρώων-καρτούν, ιστορικοπολιτικό πλαίσιο πασιφανές ακόμα και στα ερωτικά βήματα, στα διλήμματα, στις επιλογές, ακόμα και στο πιο παράδοξο πεπρωμένο.

Στο επόμενο που ακολούθησε «Τα χρόνια της νεότητός του, ο ηδονικός του βίος» όλη η λάμψη της παρακμής στην εποχή τη μετά Καβάφη.

Στην Αίγυπτο του εξήντα και του Νάσερ επανέρχεται πέρυσι με το μυθιστόρημα «Δυτικά του Νείλου». Και χρησιμοποιώντας ως όχημα μια ερωτική ιστορία, ανατέμνει το κοινωνικό και ταξικό χάσμα, παρακολουθεί ως σχολαστικός εντομολόγος το γύρισμα της Ιστορίας. Και τη φουρτούνα που προξενεί στ’ ανθρώπινα.

Στο τελευταίο της μυθιστόρημα η Πέρσα πηγαίνει ακόμα πιο πέρα, μεταβάλλει τον χαμένο χρόνο σε τέχνη. Και με τρόπο επιδέξιο, εγκιβωτίζει τη ζωή και την τέχνη. Ετσι που μια ζωή, να φαντάζει σαν ρόλος. Και το δράμα, σαν μια παράσταση που όλο θα παίζεται, ακόμα κι όταν η μνήμη φαίνεται κάπου να εγκαταλείπει στον δρόμο...

«Το ανεκπλήρωτο παραμένει αναπόδραστο», είναι το μότο που ορίζει τη ζωή της Ελισάβετ στο «Καφέ Κλεμέντε». Σε όλα τα πεδία. Οχι μονάχα σε εκείνο που πρωτοεπίπεδα εκδηλώνεται, το ερωτικό, αλλά και στα άλλα, όσον αφορά την Πόλη που μας ακολουθεί, τον Παράδεισο των παιδικών μας χρόνων, τον τέλειο ρόλο, την Τέχνη.

Ετσι, η Ελισάβετ που είναι ηθοποιός, θα ξεκινήσει από την Αλεξάνδρεια μεσουρανώντας για να βασιλέψει στο Παρίσι, διχασμένη ανάμεσα σε δύο άντρες: τον ιδεαλιστή Αλέξανδρο που αξίζει την αγάπη της και που την αγαπά με αλήθεια, αλλά και τον ανάξιο Πιέρ, όμως ποιος από μας επιλέγει να αγαπήσει αυτόν που αξίζει; Κι αναζητώντας τον ρόλο της ζωής της και τον μεγάλο ρόλο, θα βρεθεί αντιμέτωπη με το Παρίσι κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και με την Ιστορία. Και το σενάριό της πια θα παιχτεί μόνον ιδιωτικά, η ναζιστική Γερμανία θα σαρώσει το Σύμπαν.

Η Ιστορία, τη μικρή της ιστορία, όπως και ο Χρόνος την ίδια της την ψυχή. Κτυπώντας εκεί όπου κατοικεί η Ταυτότητα, στη Μνήμη.

Αλλά, όπως ο γεννημένος συγγραφέας, «Σχεδόν κάθε μεγάλο που υπάρχει το χρωστά στο «παρά τούτο», σε μια πρόκληση ενάντια στα βάσανα και τις έγνοιες, τη φτώχεια, την εγκατάλειψη, τη σωματική αδυναμία, τα ελαττώματα, τα πάθη, τις χιλιάδες τα εμπόδια».

Σαν «παρά τούτο» λοιπόν, θα ανακαλύψει και η Ελισάβετ εκείνο το σενάριο: το έργο που δεν έπαιξε και τη ζωή που ξέχασε. Για να αναπλάθει -και να αναπλάθεται εις το διηνεκές- εκείνος ο δικός της ερωτικός «ηρωισμός αδυναμίας».

Επειδή «Αν μελετούσε κανείς όλα τούτα τα πεπρωμένα και τόσα άλλα παρόμοια, σίγουρα θα παραδεχόταν πως δεν υπάρχει άλλος ηρωισμός, απ’ τον ηρωισμό της αδυναμίας».

Κι όπως ο Aσενμπαχ του Τόμας Μαν, έτσι και η Πέρσα γίνεται «ο ποιητής όλων εκείνων που λυγίζουν, που είναι κιόλας τσακισμένοι και στέκουν ωστόσο ορθοί»...

Χρησιμοποιώντας μια γλώσσα υποδόρια και βαθιά, που τόσα λέει κι άλλα τόσα υπονοεί και σημαίνει, με χαρακτήρες αναγνωρίσιμους και αντιφατικούς, είμαστε όλοι φως και σκοτάδι, η συγγραφέας διασώζει και πάλι δύο πόλεις: την Αλεξάνδρεια και το Παρίσι μιας κομβικής και σημαντικής εποχής. Υπό τη δοκιμασία της βαριάς πατημασιάς, γερμανικής μπότας επί τω προκειμένω, της Ιστορίας. Και μεταπλάθει σε Τέχνη μέσα στην ίδια την ιστορία την Ιστορία, την Εποχή, έναν Ερωτα, τη Ζωή, για να αναψηλαφήσει λάθη και πάθη που αναπαράγονται στις ζωές των ανθρώπων, διότι σε ένα πεπερασμένο Σύμπαν κατά τον Πουανκαρέ, δεν γίνεται παρά να επαναλαμβάνονται οι οδυνηρές και ηδονικές σκηνές μέσα στον Χρόνο. Το αποτέλεσμα, ένα ατμοσφαιρικό μυθιστόρημα που αντανακλά Εποχή, Χώρο και Χρόνο. Μια ιστορία για το ψευδαισθησιακό του έρωτα και για τη μαγική αντανάκλαση ζωής και τέχνης. Σαν διπλό κάτοπτρο: βίος και ρόλος. Μια ελεγειακή ιστορία για τον Χαμένο Χρόνο.

TAYTOTHTA

  • Η Πέρσα Κουμούτση γεννήθηκε στο Κάιρο της Αιγύπτου. Σπούδασε αγγλική και αραβική λογοτεχνία στο Αιγυπτιακό Πανεπιστήμιο του Καΐρου, και παρακολούθησε μαθήματα μετάφρασης και διερμηνείας στο Αμερικανικό Πανεπιστήμιο του Καΐρου (AUC).
  • Ηλθε στην Ελλάδα το 1983 και τα πρώτα χρόνια δίδαξε στη Μέση και Ανώτερη Εκπαίδευση. Από το 1992 ασχολήθηκε επαγγελματικά με τη λογοτεχνική μετάφραση από τα αραβικά και τα αγγλικά. Εγινε ιδιαίτερα γνωστή μεταφράζοντας στα ελληνικά το μεγαλύτερο μέρος από το έργο του Ναγκίμπ Μαχφούζ, καθώς και έργα άλλων Αράβων συγγραφέων και αραβική ποίηση. Στο μεταφραστικό της έργο συγκαταλέγεται και η μετάφραση του Κορανίου.
  • Το 2001 τιμήθηκε για το σύνολο των μεταφράσεών της με το Διεθνές Βραβείο Κ. Π. Καβάφη, ενώ το 2006 το αιγυπτιακό κράτος της απένειμε τιμητικό μετάλλιο για τη συνεισφορά της στην προώθηση και προβολή της αιγυπτιακής λογοτεχνίας.
  • Πρωτότυπα έργα της είναι: «Αλεξάνδρεια, στο δρόμο των ξένων», «Τα χρόνια της νεότητός του, ο ηδονικός του βίος» και «Δυτικά του Νείλου». Από τις εκδόσεις «Ψυχογιός» κυκλοφόρησε πρόσφατα το καινούργιο της μυθιστόρημα: «Καφέ Κλεμέντε».

«ΚΑΦΕ ΚΛΕΜΕΝΤΕ» της Πέρσας Κουμούτση.
Εκδ. «Ψυχογιός»,
σελ. 336,

ΕΛΕΝΗ ΓΚΙΚΑ
elgika@pegasus.gr

Κυριακή, 8 Ιανουαρίου 2012

Η εξ Αιγύπτου διείσδυση (από το blog Κριτικόχρωμα)

Με αφορμή τη μετάφραση του μυθιστορήματος μου "Δυτικά του Νείλου" στα αραβικά αναδημοσιεύω την ανάρτηση του κυρίου Λαγκαδινού στο Κρητικόχρωμα που ανακάλυψα σχετικά πρόσφατα και τον ευχαριστώ θερμά

Το Δυτικά του Νείλου της Πέρσας Κουμούτση μόλις μετάφραστηκε στα αραβικά και αναμένεται να κυκλοφορήσει στην Αίγυπτο την Άνοιξη του 2012


Η εξ Αιγύπτου διείσδυση

Το βιβλίο της Πέρσας Κουμούτση «Δυτικά του Νείλου» ήρθε έκτο στη μεγάλη ψηφοφορία του μπλόγκ για το 2006. Η Κουμούτση, σεμνή και εκτός της παρεϊστικης νοοτροπίας (παρότι κατέχει νευραλγική θέση στον κόσμο των εκδοτών) είδε το βιβλίο της να γίνεται αντικείμενο ελαφρών παρουσιάσεων και λιγότερο ενδελεχών κριτικών.

Ισως να φταίει το γεγονός πως πρόκειται για μια μυθιστορηματική πλοκή με δυνατά περιγραφικά στοιχεία, ίσως ο ρομαντισμός που διαπνέει το γραπτό της, ίσως πάλι η έλλειψη ακραίων προσωπικών συγρκούσεων να τοποθέτησε το βιβλίο στις παρυφές της σπουδαιοφανούς κριτικής .

Πάντως, πρόκειται για ένα βιβλίο ευχάριστο με μαγικές εικόνες ,που διαβάζεται κυριολεκτικά απνευστί. Ακολουθεί η κριτική του Αλέξη Ζήρα!

Πέρσα Κουμούτση,Δυτικά του Νείλου.Ψυχογιός 2006 , σ.277

Τ
Αλέξης Ζήρας, ένθετο «Αναγνώσεις», εφημερίδα ΑΥΓΗ.


Θα ήθελα εισαγωγικά να κάνω μια επισήμανση που νομίζω ότι έχει τη σημασία της όταν ιδίως αναφερόμαστε σε νέους συγγραφείς ,όπως η Πέρσα Κουμούτση, που προέρχονται από τον παροικιακό ελληνισμό και που με το έργο τους ανασυνθέτουν εικόνες,ανθρώπινους χαρακτήρες και καταστάσεις από τις χώρες και τις πόλεις καταγωγής τους.Οι μυθοπλασίες αυτές από τη μια πλευρά μπορώ να πω ότι δημιουργούν ένα αίσθημα οικειότητας στον σημερινό αναγνώστη, επειδή ακριβώς είναι συνδεδεμένες με σημεία-τομές του συλλογικού μας φανταστικού και της εθνικής ιστορίας ,όπως για παράδειγμα η Λωξάντρα της Μαρίας Ιωαννίδου,τα Ματωμένα χώματα της Διδώς Σωτηρίου ή η τριλογία των Ακυβέρνητων Πολιτειών του Στρατή Τσίρκα.Από την άλλη πλευρά τα ίδια αυτά βιβλία,και ένας σημαντικός αριθμός άλλων που έχουν ενσωματωθεί στον κύκλο των σύγχρονων γραμμάτων μας,διαφέρουν, γιατί κατά τεκμήριο βασίζονται σε λογοτεχνικές ανασκευές εποχών ,ηθών ,τόπων και γεγονότων που έχουν προσλάβει στο φανταστικό μας μυθικές ή και εξωτικές διαστάσεις :η Κωνσταντινούπολη και η Σμύρνη των αρχών του αιώνα,η Αλεξάνδρεια και η Αίγυπτος της δεκαετίας του ‘ 40 και του ’50.
Η επισήμανση όμως που κυρίως με ενδιαφέρει να κάνω και που έχει ιδιαίτερη σημασία για το Δυτικά του Νείλου,όπως και για μια σειρά διηγημάτων και μυθιστορημάτων που γράφτηκαν ειδικά από έλληνες συγγραφείς που αναπαριστάνουν τόπους και κοινωνίες της Ανατολής,αναφέρεται στο είδος των σχέσεων που ανέπτυξαν κατά καιρούς οι “πάροικοι” με τους τοπικούς πληθυσμούς.Και,κατά προέκταση,στο κατά πόσο και με ποιόν τρόπο οι σχέσεις αυτές πέρασαν στη λογοτεχνία που δημιουργήθηκε, από ελλαδίτες και κυπρίους πεζογράφους ,εγκατεστημένους στην Πόλη, στην Σμύρνη ή στην Αίγυπτο στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού. Για παράδειγμα,δεν είναι χωρίς σημασία το φαινόμενο ότι ορισμένοι σημαντικοί συγγραφείς του έξω ελληνισμού, όπως η πολίτισσα,εξαιρετική διηγηματογράφος, Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου ή ένας μεγάλος αριθμός αλεξανδρινών πεζογράφων,έγραφαν ως τος 1925-1930 ερήμην του κοινωνικού χώρου στον οποίο ζούσαν.Σε αντίθεση δηλαδή με το Δυτικά του Νείλου ,ένα μυθιστόρημα που είναι κατ’ εξοχήν επικεντρωμένο στη σύγχρονη Αίγυπτο –ειδικότερα, στις νοοτροπίες και στις αντιθέσεις που χαρακτήριζαν συνολικά την κοινωνία του Καίρου μετά τον πόλεμο- οι ελληνικής καταγωγής λογοτέχνες των πρώτων δεκαετιών του 20ού αι. έμοιαζαν σε πολλές περιπτώσεις να περιγράφουν έναν κόσμο αφύσικα εθνοκεντρικό ,προφυλαγμένο τεχνητά από το αραβικό περιβάλλον. Μπορεί το γηγενές στοιχείο να είχε περάσει πρωιμότερα στο έργο του Καβάφη, κυρίως στα ερωτικά του ποιήματα,στην πεζογραφία όμως εμφανίστηκε ακόμα πιο διστακτικά και αργοπορημένα.Προηγείται χρονικά ο διηγηματογράφος Κώστας Τσαγκαράδας και έπονται οι κυπριακής καταγωγής Γιώργος Φιλίππου Πιερίδης και Νίκος Νικολαίδης,ο Στρατής Τσίρκας,η Ελένη Βοίσκου ,ο Σωτήρης Ιορδάνου και άλλοι.
Ως εσχατο σημείο σ’ αυτήν τη σειρά των πεζογράφων που ενσωμάτωσαν τον σφυγμό της σύγχρονης Αιγύπτου στα έργα τους,βλέπω και το μυθιστόρημα της Πέρσας Κουμούτση, τηρουμένων προφανώς των αναλογιών και των μεγεθών. Αν μάλιστα παρατηρήσουμε ότι κοινό στοιχείο στα έργα όσων αναφέραμε προηγουμένως είναι η πολιτικά ευνοϊκή τους στήριξη ως προς την αραβική υπόθεση, το στοιχείο αυτό επαναλαμβάνεται και στο Δυτικά του Νείλου.Είναι ένα καθαρά πολιτικό βιβλίο.Γιατί,αν και παρουσιάζει την Αλεξάνδρα,τη νεαρή αιγυπτιώτισσα ,να αντιπροσωπεύει μια καινούργια γενιά που είναι έτοιμη να αποδεχθεί τους άραβες ως άλλους ίσους,κατανοώντας τη διαφορετικότητά τους,στο μεγαλύτερο μέρος τους οι υπόλοιποι έλληνες εμφανίζονται ως ένας αλλοεθνής ,αβέβαιος κόσμος.Παρ’ ότι ορισμένες οικογένειες βρίσκονταν εκεί επί πολλές δεκαετίες,μοιάζουν ριζωμένες αμετακίνητα στην έπαρση του “ένδοξου” παρελθόντος και η θέση τους στην Αίγυπτο όπως και η συνύπαρξή τους με τους άραβες φαίνεται να εξαρτώνται προπάντων από την παρωχημένη ιδεολογία του επιχειρηματικού laissez faire και το περιθώριο του εμπορικού κέρδους.`Ολα αυτά μας δείχνουν ότι η συγγραφέας απέφυγε να περιορίσει τον άξονα της μυθοπλασίας της στην περιγραφή της άνθησης και του μαρασμού της ερωτικής σχέσης ανάμεσα σε έναν άραβα και μια ελληνίδα.
Τυπικά αυτή διατρέχει το βιβλίο και ως ένα βαθμό είναι η κινητήρια πρόφασή του.Στο βάθος όμως την σχέση του άραβα αξιωματικού,`Αντελ ελ Ντιν,μαθητή και συνεργάτη του Νάσερ,με την νεαρή αιγυπτιώτισσα Αλεξάνδρα,την συνοδεύουν ,την εντείνουν αλλά και την φθείρουν ανεπανόρθωτα,οι κοινωνικές αντιθέσεις, οι νοοτροπίες και οι ιστορικές συγκυρίες.Είμαστε στο 1952,η διεθνής κατάσταση στην ανατολική Μεσόγειο υποδαυλίζει την άνοδο του αραβικού εθνικισμού,η ελληνική παροικία είναι ήδη σε φάση παρακμής.Κοντά στις δυσκολίες αυτής της σχέσης μπορούμε να αντιληφθούμε και τα ανυπέρβλητα εμπόδια που δημιουργούνται από ριζωμένες προκαταλήψεις, στο συνειδητό και στο ασυνείδητο των ανθρώπων,γηγενών και παροίκων.Διαφορετικές αντιλήψεις, ασύμπτωτα ήθη,αλλαζονικές εμμονές και θρησκευτικές μισαλλοδοξίες καθορίζουν το βάθος της σκηνής όπου εκτυλίσσεται το ερωτικό δράμα.Και προοιωνίζονται κατά κάποιο τρόπο το χάσμα Δύσης και αράβων · την ανάδυση και την κυριαρχία του νέου,επιθετικού Ισλάμ.Γι’ αυτούς τους λόγους καλό είναι να επαναλάβω εδώ με έμφαση ότι το μυθιστόρημα της Κουμούτση δεν είναι ένα γλυκερό ρομάντζο για πληγωμένες καρδιές.Οι προσωπικές περιπέτειες και οι συναισθηματικές δοκιμασίες συμπλέκονται με τους γενικότερους όρους ζωής και τις κοινωνικές συνθήκες ενός κόσμου που ζει στο μεταίχμιο κάποιων αλλαγών.
`Ενα μεταίχμιο που το διακρίναμε άλλωστε και στα προηγούμενα βιβλία της. Στην Αλεξάνδρεια,στο δρόμο των ξένων (2003),μια σύντομη αλλά γραμμένη με νεύρο και χιούμορ οικογενειακή σάγκα που είναι κατά κάποιο τρόπο της οδυσσεϊκής περιπέτειας του ελληνισμού στην Αίγυπτο. Αλλά και στο επόμενο,Τα χρόνια της νεότητός του.Ο ηδονικός του βίος (2004), ένα βιβλίο λάμψης και φθοράς του μεσοπολεμικού αιγυπτιώτικου ελληνισμού, ενός κόσμου σχεδόν παραμυθένιου στην επιφάνεια μα και ιδιαίτερα σκοτεινού .Γιατί πίσω από το φωτεινό προσκήνιο της χαρισάμενης ζωής στην κοσμοπολίτικη Αλεξάνδρεια, ορθώνεται η βιαιότητα και η ωμότητα των επιχειρηματικών συμφερόντων,των οικονομικών δοσοληψιών και του ηθικού αμοραλισμού.Και τα τρια βιβλία είναι αξιανάγνωστα γιατί μας παρέχουν ,εκτός των άλλων,μια περιεκτική και πολυπρισματική εικόνα της μετέωρης κοινωνίας των Αιγυπτιωτών,της βαθύτερης αβεβαιότητας της και της ουσιαστικής αδυναμίας της να ενσωματωθεί εκεί όπου για χρόνια αναπτύχθηκε. Αξιανάγνωστα είναι όμως τα βιβλία αυτά, ακόμα, γιατί συνδέουν στενά την μυθοπλασία με τις άμεσες ή οι έμμεσες αναφορές σε γεγονότα που σημάδεψαν εμβληματικά τον 20ό αιώνα στην Αίγυπτο και στην ευρύτερη περιοχή.Και, τέλος,γιατί αποδίδοντας τον τρόπο σκέψης και τις νοοτροπίες των προσώπων, μας βοηθούν με την αφηγηματική παραστατικότητά τους να καταλάβουμε τον ψυχισμό που διέκρινε τις τέσσερις τελευταίες γενιές ελλήνων που έζησαν εκεί.Την ταχύτατη οικονομική τους άνοδο αλλά και την εντυπωσιακά γοργή παρακμή και διάλυση της ιδιότυπης κοινωνίας τους.
Θα έλεγα μάλιστα, ότι προπάντων στο τελευταίο βιβλίο της Κουμούτση ως αναγνώστης σταμάτησα εντυπωσιασμένος από τον ομολογουμένως χαρισματικό τρόπο που έχει να περνάει το ιστορικό φόντο στον πυρήνα των γεγονότων,να το συνδέει με τα τρέχοντα και να το ενσωματώνει τόσο στην πλάγια όσο και στην άμεση αφήγηση, στις σκέψεις των προσώπων, στις καθημερινές τους κουβέντες ή στους διαλόγους τους.`Αλλοτε με δωρική απλότητα και άλλοτε με λυρική διάθεση που ποτέ ωστόσο δεν γίνεται αφαιρετική και ποτέ δεν απομακρύνεται από τα καθέκαστα της αφήγησης.Κάτι που μάλλον οφείλεται στην εργασία που προηγήθηκε του βιβλίου.Το αναφέρει , εξάλλου,και η συγγραφέας στο επίμετρό της, ότι ανέτρεξε σε εφημερίδες και περιοδικά της συγκεκριμένης εποχής ,σε στοιχεία της δεκαετίας του ’40 και του ‘50,έτσι ώστε να δημιουργήσει για την μυθοπλασία της έναν στέρεο καμβά.Η τελευταία, παρακμιακή φάση της βασιλείας του Φαρούκ, η αφύπνιση του αραβικού εθνικισμού,η διόγκωση του πολιτικού ριζοσπαστισμού στον λαό και η αντανάκλασή του στις συνειδήσεις των νέων αξιωματικών που το 1952 θα ανατρέψουν το παλιό καθεστώς,το πραξικόπημα και η αποθεωτική υποδοχή του Νάσερ.
`Ομως όλα αυτά θα έμοιαζαν αποστεωμένα και άνυδρα αν πλάι στην αγάπη για την τεκμηρίωση για την οποία διακρίνεται η συγγραφέας του Δυτικά του Νείλου ,δεν υπήρχε η περίπτυξη της φαντασίας της.Οι υποβλητικές περιγραφές του Καίρου, ιδίως η ζωντάνια με την οποία δίνεται η ζωή στους δρόμους και στις συνοικίες, οι θόρυβοι και οι φωνές των περαστικών, η παραστατικότητα που αναδεικνύει τα λαϊκά και τα πλούσια σπίτια στις δυο περιοχές της πόλης,το Ελ Μπουλάκ και το Ελ Ζαμάλεκ,οι εικόνες του εκτυφλωτικού φωτός,της ζέστης,το ωραίο εύρημα της γέφυρας του ποταμού που επανέρχεται σε διάφορα σημεία της ιστορίας της Κουμούτση,συνδέοντας και χωρίζοντας σαν μοιραίο νήμα τις ζωές της Αλεξάνδρας και του `Αντελ.Η πανταχού παρουσία του Νείλου,τέλος, που με τον κυματισμό του συνοδεύει τις ψυχικές μεταπτώσεις όλων των προσώπων.

Αλέξης Ζήρας, ένθετο «Αναγνώσεις», εφημερίδα ΑΥΓΗ.

Friday, June 1, 2007

Τα δημοφιλέστερα βιβλία του 2006


Στη δεκάδα ψηφίσθηκαν σχεδόν όλα τα καλά βιβλία της χρονιάς απο Γαλανάκη μέχρι Σουρούνη και Καρυστιάνη, ενώ αναδείχθηκαν εκείνα του Μαυρουδή,.της Γκίκα και της Κουμούτση που δεν ανήκαν στα πολυακουσμένα και ευπώλητα.

Παρασκευή, 9 Δεκεμβρίου 2011

"Χαρτινες Ζωές" στο Μetrogreece

Συνέντευξη στο Μetrogreece.

«Στάθηκε στο πεζοδρόμιο, σαν μικρό και αναποφάσιστο παιδί. Κάτι σαν νεύμα –ή μήπως κίνηση αχνή, αμυδρή, σχεδόν ανεπαίσθητη;– έσυρε τη ματιά της μέχρι το απέναντι πεζοδρόμιο. Ρίχνοντας το βλέμμα εκεί όπου αυτή η αίσθηση την καλούσε, είδε τις τέσσερις γυναίκες της ζωής της. Στέκονταν ασάλευτες στο πεζοδρόμιο, η μία δίπλα στην άλλη.H γιαγιά της, η γριά Ευσταθία, η μάνα της και τέλος η κόρη της, η Βικτωρία. Και το παράδοξο ήταν ότι καμία δεν την επέπληξε για την παράτολμη απόφασή της... Μόνο της χαμογέλασαν ενθαρρυντικά – ακόμα και η κόρη της.
Η Ανθή, μεγαλώνοντας στον ίσκιο της Μαριάνθης, στοιχειωμένη από την απουσία της νικημένης πια και αιχμάλωτης των περιστάσεων Βικτωρίας, θα ακολουθήσει την προδιαγεγραμμένη πορεία της. Καταπιέζοντας τα συναισθήματά της, θα παίξει ρόλους που δεν μπορεί να υποστηρίξει, θα ζει και δε θα ζει ταυτόχρονα. Αντιμέτωπη με την αλήθεια αλλά και τις επιλογές των γυναικών της γενιάς της, όλων των γυναικών, έχοντας τη βεβαιότητα ότι εκείνες την καθοδηγούν και την κατευθύνουν, θα βρεθεί έπειτα από χρόνια στο κρίσιμο σταυροδρόμι μιας μεγάλης πρόκλησης.
Tρεις γυναίκες, τρεις ζωές· παράλληλες όχι, αλλά σχεδόν επαναλαμβανόμενες μέσα στο χρόνο... Η Ιστορία θα τις αφουγκραστεί ή θα τις προσπεράσει;»

Η Πέρσα Κουμούτση μίλησε για το νέο της μυθιστόρημα....

Σε πρόσφατες έρευνες του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου, οι στατιστικές δείχνουν ότι η αναγνωσιμότητα στην Ελλάδα δεν είναι ανάλογη της υπόλοιπης Ευρώπης. Πού το αποδίδετε;
To αποδίδω, κυρίως, στην έλλειψη λογοτεχνικής παιδείας. Η λογοτεχνία διδάσκεται εντελώς αποσπασματικά στα σχολεία μας. 'Ετσι είναι εύκολο να διαμορφωθούν τάσεις που επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό τη γενική αντίληψη για το τι σημαίνει λογοτεχνία. Το αποδίδω επίσης στο γεγονός ότι το βιβλίο δεν είναι προσβάσιμο αγαθό σε όλες τις κοινωνικές ομάδες, το κόστος του είναι συχνά αποτρεπτικό.

Τι περιμένετε από τη σύγχρονη νεοελληνική λογοτεχνία; Θεωρείτε ότι έχει βρει τη θεματική που ζητά ο μέσος αναγνώστης;
Περιμένω να αγγίζει εξίσου τον μέσο αναγνώστη, αλλά και έναν πιο απαιτητικό, με πιο εξειδικευμένες γνώσεις, χωρίς να κάνει εκπτώσεις στην ποιότητα, αλλά ούτε ανούσιες υπερβάσεις. Οι πιο σημαντικοί συγγραφείς του κόσμου απευθύνονται στο μέσο άνθρωπο, χωρίς να υπερβάλουν ή να τον χειραγωγούν. Μόνο θέτουν ερωτήματα, ο καθένας με τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο, κι αφήνουν τους αποδέκτες τους να προβληματιστούν και να αναρωτηθούν για το ένα ή το άλλο. Όσο για το δεύτερο σκέλος της ερώτησης, δεν ξέρω αν υπάρχει συγκεκριμένη θεματική κι αυτό γιατί η κοινωνία διαφοροποιείται συνεχώς και με ταχύτατους ρυθμούς, οπότε και τα θέματα του ενδιαφέροντός μας διαφοροποιούνται επίσης. Ωστόσο, τα οικουμενικά ζητήματα παραμένουν αμετάβλητα εδώ και αιώνες και ίσως θα πρέπει να εστιάσουμε περισσότερο σε αυτά.

Ποιος ο ρόλος της σύγχρονης γυναίκας; Πόσο δύσκολο ή εύκολο είναι να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της καθημερινότητας που ολοένα κι αυξάνονται;
Η γυναίκα έχει καταφέρει και πετύχει πολλά στη σύγχρονη εποχή, αλλά παρόλα αυτά συχνά νιώθει εγκλωβισμένη στους ρόλους που η ίδια έχει επιλέξει ή που της έχουν επιβάλει οι νέες συνθήκες. Έχω την πεποίθηση ότι στην ουσία και στον πυρήνα της, η γυναίκα δεν έχει ουσιαστικά αλλάξει. Η ψυχολογική της δομή είναι τέτοια που δεν τη διαφοροποιεί δραστικά από τις γυναίκες παλαιότερων εποχών. Οι συνθήκες είναι αυτές που αλλάζουν, κατά συνέπεια και η αντιμετώπισή της, κάθε φορά. Έπειτα, ας μη ξεχνάμε ότι η μητρότητα είναι από τα κυριότερα σημεία αναφοράς των γυναικών κάθε εποχής. Μια ιδιότητα που παραμένει και θα παραμένει πάντα μοναδικά διαχρονική και αμετάβλητη. Πάντως η χειραφέτηση, που συχνά συγχέουμε με την έννοια της ελευθερίας, δεν της εξασφαλίζει πάντα την ποθητή ανεξαρτησία, γιʼ αυτό κι αποφάσισα να γράψω κάτι πάνω σε αυτό.

Πόσο επηρεάζει ο έρωτας τις επιλογές των ηρωίδων σας; Το βλέπετε αυτό και στις σύγχρονες γυναίκες;
Ο έρωτας υπήρξε ανέκαθεν το ζητούμενο στις ζωές των ανθρώπων, τουλάχιστον σε κάποια φάση της ζωής τους. Ο έρωτας είναι κινητήριος δύναμη, ίσως η μεγαλύτερη που υπάρχει και είναι το κοινό σημείο αναφοράς στις ηρωίδες μου. Ο έρωτας με τις κορυφώσεις του, αλλά και τις ματαιώσεις του, καθώς οι ιστορίες των ηρωίδων μου δεν έχουν παρηγορητικό τέλος, αλλά τις σκληρές διαψεύσεις που βλέπουμε στην πραγματική ζωή. Θα έλεγα ότι ο έρωτας δρα καταλυτικά στην ψυχολογική κυρίως εξέλιξη των γυναικών που περιγράφω. Οι σύγχρονες γυναίκες δε θα μπορούσαν να αποτελέσουν εξαίρεση για τους λόγους που προανέφερα.

Οι κοινωνικές συνθήκες επεμβαίνουν κι αλλάζουν τις αποφάσεις και τη δυναμική τους. Αυτό φαίνεται έντονα μέσα από το μυθιστόρημά σας. Ποια είναι η προσωπική σας άποψη;

Ναι, οι κοινωνικές συνθήκες παίζουν καταλυτικό ρόλο στις επιλογές μας, στις ζωές μας γενικότερα. Η δύναμη του ανθρώπου, δυστυχώς, δε μπορεί να υπερβεί εκείνη των περιστάσεων, γιατί αυτές τον καθοδηγούν και τον κατευθύνουν, συχνά, σε μονοπάτια δύσβατα ή κακοτράχαλα. Για παράδειγμα, ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος ανέδειξε τον γυναικείο δυναμισμό, αλλά τη φόρτωσε επίσης με βάρη και άγχη που συχνά υπερβαίνουν τις ψυχικές δυνάμεις της. Στη σημερινή εποχή, την εποχή της παγκοσμιοποίησης και της οικονομικής ύφεσης, όλο και περισσότερες γυναίκες μένουν χωρίς δουλειά, με αποτέλεσμα να υποχρεούνται να εξαρτώνται τουλάχιστον οικονομικά και πάλι από τους άντρες. Φοβάμαι πως θα υπάρξει και εδώ μεταστροφή και η γυναίκα θα βρεθεί πάλι σε μειονεκτική θέση, όπως ήταν στο παρελθόν.

Οι τάσεις φυγής που παρατηρούνται στις σύγχρονες σχέσεις θεωρείτε ότι είναι προϊόν της κουλτούρας και των αρχών που έχουν διαμορφώσει τη σημερινή ελληνική οικογένεια;
Είναι αποτέλεσμα της εξέλιξης μας ως κοινωνικά πλάσματα. Ο σύγχρονος άνθρωπος δεν ʽκαλουπώνεταιʼ εύκολα και έχει επιλογές. Πάντως, πιστεύω πως η τάση φυγής είναι μια πανάρχαια κρυφή επιθυμία , ένας διαχρονικός ευσεβής πόθος του ανθρώπου, δεν είναι σημερινή.

Στο μυθιστόρημά σας αναδιπλώνονται οι οικογενειακές και κοινωνικές σχέσεις με τρόπο ιδανικό για συζήτηση. Εσείς πώς θα τις σχολιάζατε;
Θα έλεγα, με δυο λόγια, ότι το μυθιστόρημα μου «Χάρτινες ζωές» μοιάζει με ένα μικρό πολυπρισματικό καθρέφτη, όπου η ζωή και οι επιλογές της κάθε μιας από της ηρωίδες μου αντανακλώνται ή καθρεφτίζονται στη ζωή της επόμενης και αυτό, γιατί, όπως ανέφερα πιο πάνω, η γυναίκα παραμένει η ίδια ως οντότητα, ως φορέας ιδεών και συναισθημάτων, ως άτομο που άγχεται, και μάχεται μέσα στη οικογένεια, την κοινωνία και τη ζωή γενικότερα. Το κατά πόσο έχει καταφέρει να είναι πραγματικά ελεύθερη σήμερα, είναι ένα ερώτημα που πρέπει να απασχολεί την κάθε γυναίκα, πόσο μάλλον μια γυναίκα που γράφει.

Ετοιμάζετε κάτι καινούριο αυτόν τον καιρό;
Όχι, ακόμα. σταχυολογώ παλαιότερες εμπειρίες μου, σκέψεις και γενικότερους προβληματισμούς κι αυτό είναι ένα στάδιο πριν από το ξεκίνημα της γραφής που με γοητεύει εξίσου.

Τι θα συμβουλεύατε κάποιον που θέλει να γίνει συγγραφέας;

Να διαβάζει πολύ, όχι μόνο ελληνική αλλά και ξένη λογοτεχνία.

Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός

Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2011

Απόσπασμα από το κείμενο της Αμαλίας Ρούβαλη στην παρουσίαση των "Χάρτινων Ζωών".

Αυτό είναι το 5ο μυθιστόρημα της Πέρσας Κουμούτση. Αφιέρωσε μέχρι σήμερα 4 στην πατρίδα όπου γεννήθηκε, την Αίγυπτο, και τώρα περνάει στα πάτρια. Ποια,όμως, πάτρια; Η Πέρσα Κουμούτση πατάει γερά πάνω σε τρεις κουλτούρες: Στην Ελληνική της, αλλά της διασποράς, με όσα αυτό συνεπάγεται, στην μικρασιατική της και στην αραβική της Αιγύπτου.

Τις φέρει και τις τρεις’ κάποτε μία υπερισχύει αλλά οι άλλες δύο βρίσκονται πάντα από πίσω, τρέφοντας τα μετόπισθεν του ψυχισμού της και εφοδιάζοντάς την με άφθονο υλικό για μυθοπλασία.Τούτη τη φορά αφήνει τη μεσογειακή Αλεξάνδρεια και τις όχθες του Νείλου για τα παράλια της Μικρασίας. Στήνει το σκηνικό της στη Θεσσαλονίκη τα χρόνια μετά την καταστροφή του ’22 και ξεκινάει το ταξίδι, διατρέχοντας άλλοτε γοργά άλλοτε σε αργά πλάνα-σεκάνς τις δεκαετίες της Ελληνικής κοινωνίας φτάνοντας στο σχεδόν σήμερα, υπό το φως των κοσμοϊστορικών γεγονότων ολόκληρου περίπου του 20ου αιώνα.

Οι Χάρτινες Ζωές είναι γερά υφασμένο μυθιστόρημα χαρακτήρων, τόσο γυναικείων,όσο και ανδρικών.Τρεις είναι, λοιπόν, οι κύριοι γυναικείοι χαρακτήρες: η δωρική, με τα χρόνια, μορφή της Μαριάνθης, η οποία μεταφέρθηκε νέα κοπέλλα από το θερμοκήπιο της τρυφηλήςζωής της εύπορης οικογένειάς της στη Σμύρνη στις προσφυγικές κακουχίες της Θεσσαλονίκης στην δεκαετία του ’20. Η μαχήτρια του ΕΑΜ Μέλπωπου αποδρά στο Λένινγκραντ και γίνεται Βικτωρία και η κόρη της Ανθή, καρπός του έρωτά της στη Ρωσία, που καλύπτει μικροαστικά με το γάμο της με τον γιο της Μαριάνθης,Βαγγέλη. Εμφανίζονται εδώ δορυφορικά οι ανδρικοί χαρακτήρες, τους οποίους η συγγραφέας πλάθει το ίδιο αδρά, προικίζοντάς τους με ενδιαφέροντα στοιχεία.

Η Πέρσα Κουμούτση χαρίζει στοιχεία συνέχειας σε συμπεριφορά και στάση ζωής όχιμόνο στους γυναικείους αλλά και στους αντρικούς της ήρωες.Η συγγραφέας συνθέτει με μαεστρία ένα πολυεπίπεδο μυθιστόρημα που οι αρετέςτου γίνονται εμφανείς στην προσεκτική ανάγνωση. Με χρονισμούς που υπηρετούν λειτουργικά τον μύθο. Η Πέρσα Κουμούτση δεν εμπλέκεται συναισθηματικάστις περιπέτειες των ηρωϊδων και των ηρώων της, λες και αρνείται από θέση να συμπάσχει. Στέκει στην απέναντι άκρη και τους παρατηρεί μακροσκοπικά και μεψύχραιμο μάτι να πάσχουν και να σώζονται ή να μην σώζονται. Αυτή η αντιμετώπιση στη γραφή των ιστοριών προσθέτει βάθος και σασπένς στο μυθιστόρημα, χαρίζοντάςμας συνεχείς μικρές ανατροπές που συγκρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον μας.

Μεταξύ άλλων, εισάγει το θέμα της σχέσης μαθήτριας-καθηγητή, προσφιλές στη λογοτεχνία. Στην προκειμένη περίπτωση, η Κουμούτση το χρησιμοποιεί ως πρόσχημα για να θέσει εδώ το ζήτημα του άνισου έρωτα μεταξύ του μεγαλύτερου de factο σε ηλικία καθηγητή, κλειδοκράτορα της γνώσης και στον έρωτα και της καθ’ όλα μαθήτριας, στη γνώση γενικά και στην εμπειρία του έρωτα, ειδικότερα.

Σαν μικρογραφία οικογενειακής saga, οι Χάρτινες Ζωές είναι ζωές αδύναμες και φτενές σαν το χαρτί, ζωές αχνά αποτυπωμένες στο χαρτί, ζωές που κόβουν σαν ξυράφι, καθώς το χαρτί, ισχυρές, σαν το χαρτί που τις διαιωνίζει χωρίς, ίσως, να βιωθούν, εντέλει, μη-ζωές;

Δύο είναι τα θέματα που αναδύονται ανάγλυφα από τις Χάρτινες Ζωές: πραγματωμένος ή ανεκπλήρωτος έρωτας και η έννοια της ελευθερίας των σύγχρονων γυναικών στο σκέπτεσθαι, το πράττειν και δημιουργείν, το αυτεξούσιο της ύπαρξής τους, δηλαδή. Κατ’ επέκτασιν, η φενάκη και τα εμπόδια των πολιτικο-κοινωνικών συνθηκών, οι δια γυμνού οφθαλμού ορατές διαφορές στην ψυχοσύνθεση των δύοφύλων. Η Πέρσα Κουμούτση στοχάζεται πάνω στα ερείπια αλλοτινών βίων γυναικών, στις επιρροές από την Ιστορία πάνω στις ζωές τους, καθώς τις ζουν και δεν τις ζουν.

Φτάνοντας στο σήμερα, η εγγονή Ανθή αποφασίζει να τα παίξει όλα για όλα και ν’ ακολουθήσει τον μοναδικό δρόμο που της είχε απομείνει, πριν να είναι οριστικά αργά. Τον δρόμο προς την ελευθερία, σπάζοντας όλα τα οικογενειακά, αταβιστικά, πολιτιστικά και επινοημένα, εν πολλοίς, δεσμά.

Τα σπάει και για τις δύο προγόνους της και για λογαριασμό τους. Αποδίδονταςδικαιοσύνη. Το σημαντικότερο, χαρίζοντας δικαίωση στις ματαιωμένες ζωές της γιαγιάς και της μητέρας της. Είναι ο μοναδικός τρόπος λύτρωσης και των τριών.

Για να ανατρέψει η συγγραφέας το δικό της ως τώρα μότο: «το ανεκπλήρωτοπαραμένει αναπόδραστο».

Πέμπτη, 24 Νοεμβρίου 2011

Χάρτινες Ζωές, της Πέρσας Κουμούτση- η δική μου παρουσίαση (Ρ.Μ)

Η ομιλία της δημοσιογράφου Ρίτσας Μασούρα για το βιβλίο μου «Χάρτινες Ζωές» κατά την παρουσίασή του στο βιβλιοπωλείο 'Έναστρον". Την ευχαριστώ θερμά, όπως και την συγγραφέα Ελένη Γκίκα, την ποιήτρια Αμαλία Ρούβαλη τον μουσικοσυνθέτη Αλέξανδρο Παγωνίδη για την υπέροχη μουσική του και όλους όσοι παραβρέθηκαν στην παρουσίαση.

"Όταν παίρνεις στα χέρια σου ένα βιβλίο, ελπίζεις πως τελειώνοντας το, θα 'χεις υφαρπάξει μερικά κομμάτια από τη ξένη ζωή που φυλάσσεται ως ανεκτίμητος θησαυρός στις σελίδες του. Ναι, γιατί οι σελίδες δεν είναι απρόσωπες,δεν είναι απλώς ένα χαρτί που το αγγίζεις και ικανοποιείσαι.Είναι το αποτύπωμα της ζωής των ηρώων, των πρωταγωνιστών του βιβλίου. Εκεί, καταγεγραμμένα τα πάθη, οι μικρότητες και οι μεγαλοσύνες, τα λάθη και οι συνεχείς διορθώσεις, οι νόμιμοι και οι παράνομοι έρωτες, οι πολλαπλές φαντασιώσεις, η σμίκρυνση των σπουδαίων γεγονότων, η μεγέθυνση των ασήμαντων συναισθημάτων, το εγώ των ανθρώπων απόλυτο, άκαμπτο, αλλά πολλές φορές ασπόνδυλο εγώ.

Επομένως, ένα βιβλίο θεωρείται επιτυχημένο όταν μπορεί και σε καθιστά κοινωνό αυτού του πλέγματος της ζωής και παράλληλα σου αφήνει περιθώρια να ταυτιστείς με τους ήρωές του. Διάβασα το βιβλίο της Πέρσας Κουμούτση. Διάβασα τις «Χάρτινες Ζωές» που για μένα δεν είναι χάρτινες, δεν κινδυνεύουν να γίνουν πολτός για ανακύκλωση, αλλά είναι ζωές από μπετόν αρμέ, ζωές που αντέχουν στον ιστορικό χρόνο. Κι έτσι όπως περνούσα από τη μια ιστορία στην άλλη των γυναικών που εναποθέτουν στα χέρια του αναγνώστη τις κρυφές τους στιγμές, τα όνειρα και τις πίκρες τους, τα θέλω τους, αλλά και την υποταγή τους στους κοινωνικούς κανόνες των εποχών, έτσι, λοιπόν, αισθάνθηκα να’ μαι κι εγώ κομμάτι από τα κομμάτια τους. Είδα κι εγώ δικές μου γυναίκες να με παρατηρούν από την άλλη πλευρά του δρόμου. Είδα τη μάνα, τη γιαγιά, τη θεία. Πρόσωπα που όπως και στο βιβλίο της Πέρσας θέλουν να μας μιλήσουν, να μας προφυλάξουν, να μας ανοίξουν τα μάτια, να μας παροτρύνουν να μην κάνουμε τα ίδια λάθη με εκείνες, αλλά να δεθούμε γύρω από το γαιτανάκι της ελευθερίας, κορδέλλες του χθες , του σήμερα και του αύριο.

Το βιβλίο γλυστράει όμορφα ανάμεσα στα δάκτυλα μας κι ας πονάνε και οι τρεις γυναίκες του. Δεν υπάρχει απλωμένο δίχτυ ασφαλείας. Οι ηρωίδες πέφτουν στο κενό και ο κρότος που αφήνουν πέφτοντας, είναι εκκωφαντικός. Υπάρχει όμως ένα κοινωνικό πλαίσιο και μέσα σ’ αυτό οι τρείς γυναίκες αναπαράγουν τον μικρόκοσμό τους, η κάθε μια διαφορετικά. Ωρες ώρες θυμίζουν τα παιδιά που παίζουν κουτσό στην αυλή και κάποια στιγμή η μάνα τα φωνάζει για φαγητό. Τα φωνάζει με ύφος αυστηρό, δεν σηκώνει αντιρρήσεις . Ετσι και οι γυναίκες της Πέρσας, παρατεταγμένες ενώπιον του χρόνου είναι σαν τα παιδιά που παίζουν κουτσό στη γειτονιά, καταπίνουν λαίμαργα τη ζωή κι ύστερα, όπως ο κούκος βγαίνει και λέει την ώρα, έτσι κι εκείνα χώνονται μέσα στην κουζίνα σε πλήρη τάξη και εναρμόνιση με το περιβάλλον. Βεβαίως πάντα υπάρχουν εξαιρέσεις. Το βλέπουμε και στο βιβλίο. Οι ήρωες ακριβώς επειδή ενέχουν το στοιχείο του ηρωϊσμού, ξεφεύγουν απ’ τη ρότα. Επαναστατούν, ερωτεύονται πέρα από τις δυνάμεις τους, σπάνε τα δεσμά, γίνονται αντισυμβατικοί, αναζητούν την ελευθερία, την απρόσιτη ελευθερία, ως τη στιγμή που η ίδια η ζωή, τους θυμίζει ψυχρά ότι είναι γυναίκες με περιορισμένη δράση και με περιορισμένους ορίζοντες....Δεν θα είχε νόημα να μιλήσουμε για τη ζωή των τριών γυναικών, της Μαριάνθης, της Βικτώριας, της Ανθής. Θα τις διαβάσετε άλλωστε. Εχει νόημα όμως να μιλήσουμε για την ελευθερία της γυναίκας. Το βιβλίο ολόκληρο είναι σαν μια κραυγή, κραυγή και ωδή στην ελευθερία. Εχει σημασία να συνειδητοποιήσουμε την πορεία της στον ελληνικό χρόνο και κόσμο για να αποδεχτούμε πως οι γυναίκες πάντα πάλευαν για όσα δεν είχαν και πάντα κέρδιζαν, αν και εφόσον το επεδίωκαν, τις μικρές μάχες που τους έφταναν για να ισορροπούν. Εχει σημασία να πούμε για το θάρρος τους, για την επιθυμία τους να ζήσουν έναν παράνομο έρωτα ή να τινάξουν στον αέρα μια καλοστημένη ζωή με την ελπίδα του ονειρικού κόσμου, της ονειρικής φυγής. Οι γυναίκες που γνωρίζουν ότι αν γίνουν Δαίδαλοι, θα χαθούν ,αλλά το τολμούν. Ναι, ακόμη κι όταν γνωρίζουν ότι η επιστροφή θα είναι ένας αδιαπραγμάτευτος εγκλωβισμός. Και οι τρεις γυναίκες της Πέρσας ζουν παρόμοιες καταστάσεις, άλλες με υπερβολική και πρωτόγνωση ένταση, άλλες λιγότερο, καθώς είναι περισσότερο συμβιβασμένες με το περιβάλλον τους.

Η Ιστορία είναι γεμάτη από σπουδαίες γυναίκες. Πολλές τα κατάφεραν κι ας κονταροκτυπήθηκαν στις εποχές τους με το ανδρικό κατεστημένο. Να θυμηθούμε τη Σιμον ντε Μποβουάρ και το «Γυναίκα δε γεννιέσαι, γίνεσαι», τη Γαλάτεια Καζαντζάκη, τη Διδώ Σωτηρίου, τις γυναίκες που πάλεψαν στην αντίσταση στην Κατοχή, να θυμηθούμε την Σπετσιώτισσα Ελένη Μπούκουρα που ντύθηκε άνδρας για να σπουδάσει ζωγραφική στην Ιταλία σε εποχές που θεωρείτο τρέλα κάτι τέτοιο και που ο κόσμος στο νησί εγκαίρως είχε φροντίσει να της κρεμάσει στο στήθος μια προσβλητική για τη γυναικεία της φύση ταμπέλα.... Η Γαλάτεια Καζαντζάκη σε μια συγκλονιστική ομιλία της το 1928 στην Αθήνα είχε χωρίσει τις εργαζόμενες γυναίκες σε τρεις κατηγορίες : τις πισωδρομικές, τις ελευθεριάζουσες και τις προοδευτικές φιλελεύθερες. Περίεργη κατανομή, αλλά αυτά ήταν τα όρια της εποχής της και προφανώς μια γυναίκα που εργαζόταν και ήταν όμορφη κινδύνευε να αποκτήσει τα χαρακτηριστικά μιας ελευθεριάζουσας γυναίκας. Ομως τελικά, οι γυναίκες χρειάστηκε να σκαρφιστούν λύσεις, να υποχωρούν, να επαναστατούν , να εξοργίζονται, αλλά να μεγαλώνουν τους γιούς όπως ακριβώς και οι δικές τους μάνες. Παρέμειναν για χρόνια σε δεύτερο πλάνο, άλλα όλο αυτό το διάστημα επεξεργάζονταν τις λεπτομέρειες και μερόνυχτα σχεδίαζαν τις υπόγειες διαδρομές τους ως το απέναντι πεζοδρόμιο, εκεί όπου λογικά τους θα τις περίμενε η ελευθερία.

Σήμερα, παρ ότι τίποτα δεν έχει πλήρως κερδηθεί, τίποτα δεν είναι χαρτογραφημένο με ακρίβεια, εμείς οι γυναίκες έχουμε κάνει τεράστια βήματα προόδου. Και μάλιστα έχουμε κερδίσει το σεβασμό του άλλου φύλου. Δεν θέλουμε να ποδοπατήσουμε τον άλλο, αντιθέτως θέλουμε να είμαστε μαζί, να πορευόμαστε μαζί, να σχεδιάζουμε τη ζωή μας μαζί. Το μαζί που είναι εταιρικό βεβαίως και ως γνωστόν σε μια εταιρία υπάρχουν σκαμπανεβάσματα.

Παρ όλα αυτά, υπάρχει ένα σοβαρό θέμα. Τα όρια. Ποιά είναι τα όρια της ελευθερίας και πού μπορούμε να φτάσουμε. Μήπως η μεγάλη ελευθερία γίνεται ασυδοσία; Μήπως η μεγάλη ελευθερία επιτρέπει να αναδύονται στην επιφάνεια οι μικρότητες και οι κακίες μας ; Δεν ξέρω, το θέτω ως ερώτημα. Στην «Ελευθερία» του Αμερικανού συγγραφέα Φράνζεν, βλέπουμε πως η πρωταγωνίστρια Πάτυ από κάποια στιγμή και πέρα δεν ξέρει πώς να διαχειριστεί τη μεγάλη ελευθερία που έχει. Η Πάτυ λυπάται τον εαυτό της επειδή είναι τόσο ελεύθερη.Η ελευθερία των επιλογών φέρνει δυστυχία. Το κοινωνικό συμβόλαιο τρίζει, μας ψιθυρίζει ο Φράνζεν, όταν οι παραδοσιακές πεποιθήσεις αποσαθρώνονται.Την ελευθερία δεν ξέρουν όλοι να τη χρησιμοποιούν σωστά. Η αλήθεια, όπως σημειώνει η Πέρσα στο προλογικό της σημείωμα, παραμένει ζητούμενο. Κι εγώ θα συμπληρώσω ότι παραμένει απελπιστικά υποκειμενική.

Κλείνω με τα λόγια μιας σπουδαίας Λιβανέζας συγγραφέως , της Etel Adnan σε φίλο της συγγραφέα. ".....H γυναίκα είναι το πλάσμα που περιμένει: περιμένει να μεγαλώσει, περιμένει να γίνει έφηβη, περιμένει τον μνηστήρα της, τον άντρα της, το παιδί της, τα γηρατειά και τον θάνατό της. Περιμένει τα παιδιά της να έρθουν και να φύγουν, να μεγαλώσουν και να παντρευτούν, τον άντρα της να πάει στη δουλειά το πρωί και να γυρίσει το βράδυ. Περιμένει το νερό να βράσει, τον πόλεμο να τελειώσει, την άνοιξη να ξανάρθει. Περιμένει κάποιος να τη φιλήσει, να την πάρει, να την απορρίψει, να τη λησμονήσει. Περιμένει τη στιγμη της αγάπης, τη στιγμή της εκδίκησης, της λήθης και πάλι του θανάτου..."

Παρασκευή, 11 Νοεμβρίου 2011

Oι μεταφράσεις μου από την Αραβική Λογοτεχνία

(2011) Ενώπιον του θρόνου, Ναγκίμπ Μαγχφούζ, (Βραβείο Νομπέλ λογοτεχνίας), Αίγυπτος
(2011) Ο πρίγκιπας των Δαιμόνων, Γιούσεφ Ζιντάν, (αραβικό Booker), Αίγυπτος,
(2010) Χίμαιρα Ναγκίμπ Μαχφούζ, (Νόμπελ λογοτεχνίας), Αίγυπτος,
(2009) Η γλύκα του μελιού, Σάλουα αλ Νείμι, Συρία,
(2009) Όαση στο ηλιοβασίλεμα, Μπαχάα Τάχερ, (αραβικό Βοοκεr) Αίγυπτος,
(2009) Στη σκιά του Καΐρου, Ιμπραήμ Αμπντ ελ Μεγκίντ, (Βραβείο Ν. Μαχφούζ) Αίγυπτος,
(2008) Ταξί στους δρόμους του Καΐρου, Χάλετ ελ Χαμίσι, Αίγυπτος,
(2008) Μοντάχα, Χάλα ελ Μπάντρι, Αίγυπτος,
(2007) Η σοφία μιας ζωής, Ναγκίμπ Μαχφούζ, (Νόμπελ λογοτεχνίας), Αίγυπτος,
(2005) Φλυαρία πάνω στον Νείλο, Ναγκίμπ Μαχφούζ, (Νόμπελ λογοτεχνίας), Αίγυπτος,
(2004) Μέρες και νύχτες της Αραβίας, Ναγκίμπ Μαχφούζ, (Νόμπελ λογοτεχνίας), Αίγυπτος,
(2004) Σιωπή στη χώρα των πολέμων, Χόντα Μπαρακάτ, (Βραβείο Ν. Μαχφούζ) Λίβανος, ,
(2003) Αγάπη κάτω απ' τη βροχή, Ναγκίμπ Μαχφούζ, (Νόμπελ λογοτεχνίας) Αίγυπτος,
(2003) Κρυμμένα όνειρα στο Χαν ελ Χαλίλι, Ναγκίμπ Μαχφούζ, (Νόμπελ λογοτεχνίας), Αίγυπτος,
(2002) Απόμεινε από το χρόνο μια ώρα, Ναγκίμπ Μαχφούζ, (Νόμπελ λογοτεχνίας), Αίγυπτος,
(2002) Αδίσταχτος έρωτας, Ναγκίμπ Μαχφούζ, (Νόμπελ λογοτεχνίας), Αίγυπτος,
(2001) Ο καθρέφτης μιας ζωής, Ναγκίμπ Μαχφούζ, (Νόμπελ λογοτεχνίας), Αίγυπτος,
(2001) Το σοκάκι της αμαρτίας, Ναγκίμπ Μαχφούζ, (Νόμπελ λογοτεχνίας), Αιγυπτος,
(2001) Η πόλη του έρωτα και της φωτιάς, Γιούσεφ Ιντρίς, Βραβείο Ν. Μαχφούζ, Αίγυπτος,
(2000) Σκιές εξορίας και άλλα ποιήματα, Σαουδική Αραβία,
(1999) Το έπος των Χαραφίς, Ναγκίμπ Μαχφούζ, (Νόμπελ λογοτεχνίας), Αίγυπτος,
(1998) Τα παιδιά του Γκεμπελάουι, Ναγκίμπ Μαχφούζ, (Νόμπελ λογοτεχνίας), Αίγυπτος,
(1996) Το παλάτι των επιθυμιών, Ναγκίμπ Μαχφούζ, (Νόμπελ λογοτεχνίας), Αίγυπτος,