Δευτέρα 18 Ιουνίου 2012

Μια απόλυση...

Αναδημοσίευση από το Bookbar,


Mια απόλυση
Διήγημα, Πέρσα Κουμούτση 

(Απόσπασμα)

Έκλεισε το ραδιόφωνο, δεν ήθελε να ακούει άλλο τις ειδήσεις, ούτε να ανασκαλεύει άλλο τον πόνο. Μέρες τώρα αναμασιούνται τα ίδια και τα ίδια λες και θα άλλαζε τίποτα. Το τηλέφωνο δε σταμάτησε να κτυπά, λες και οι φίλοι και οι γνωστοί δεν γνώριζαν. Ο ίδιος τα έζησε από πρώτο χέρι και δυστυχώς, όχι μόνο μια φορά. Ένιωσε την απελπισία στο πετσί του, την αηδία της κατάστασης ξανά και ξανά. Επιπλέον ήταν εξαντλημένος και άυπνος. Δυο ολόκληρες νύχτες είχε να κοιμηθεί, τρεις μέρες είχε να βάλει μπουκιά στο στόμα του. Μόνο κάπνιζε, όλο κάπνιζε. 

Οι αμέριμνες φωνές των οκτάχρονων διδύμων κοριτσιών που έπαιζαν στην κουζίνα κόπασαν και το σπίτι βυθίστηκε πάλι στην εκκωφαντική σιωπή. Νωρίτερα, τον αφύπνιζαν κάθε τόσο από τις θλιβερές του σκέψεις, αλλά μόνο για λίγο, ύστερα πάλι οι σιωπηρές παύσεις τους τον έσπρωχναν στον βάραθρο της απελπισίας του.. Και ναι, δεν ήταν η πρώτη φορά. Τι θα τους έλεγε; Πώς θα τους εξηγούσε; Ένιωσε ένα αιχμηρό πόνο ενοχών να του τρυπά το μέσα του, σαν να έφταιγε ο ίδιος για την απόλυση του, για την οικτρή κατάσταση που κυριαρχούσε στη χώρα. Δεν πρόλαβε να τα καληνυχτίσει πάλι, ή δεν ήθελε. Κι η αλήθεια είναι ότι τα απέφευγε τεχνηέντως. Από την ημέρα που επέστρεψε στο σπίτι του καταβαραθρωμένος, απέφευγε να τα κοιτάξει στα μάτια λες και του έφταιγαν ή μήπως ήταν οι ενοχές που ένιωθε ο ίδιος απέναντί τους για ένα μέλλον που πολύ φοβόταν ότι δε θα μπορούσε πια να τους εξασφαλίσει;

Κούνησε το κεφάλι του δεξιά και αριστερά σαν να επιθυμούσε να αποδιώξει την τελευταία αυτή επώδυνη σκέψη. Ο λαιμός του είχε πιαστεί και η πλάτη του πονούσε, αλλά ακόμα δεν είχε το κουράγιο να σηκωθεί. Τρεις ολόκληρες μέρες ήταν κλεισμένος σε εκείνο το δωμάτιο, στο ίδιο δωμάτιο όπου ξενυχτούσε για να προετοιμάσει τα κείμενα για τις εκπομπές του. Την περισσότερη ώρα ήταν ξαπλωμένος στον καναπέ ανίκανος να σηκώσει το κεφάλι του.   Μόνο κοίταζε τον καπνό από τα ατέλειωτα τσιγάρα που κάπνιζε να ανυψώνεται αργά ως το ταβάνι.

Άλλη μια ρουφηξιά και το παιχνίδι της αιθέριας ανάβασης άρχιζε ξανά. Πόσο ντρεπόταν για τον εαυτό του, για την αδυναμία του να σηκωθεί, να συνέλθει. Τι παράδειγμα  έδινε στα αλήθεια στα παιδιά του; Αυτή η τελευταία, από όλες τις σκέψεις, τον βασάνιζε πιο πολύ.

Η μάνα του βρισκόταν στην κουζίνα. Ένιωθε τις κινήσεις της, τις οραματιζόταν. Μια ζωή είχε ξοδέψει καθαρίζοντας, μέχρι που συνταξιοδοτήθηκε με τη πενιχρή εκείνη σύνταξη που κάθε λίγο της έκοβαν επικαλούμενοι τα αστεία προσχήματά τους περί θυσίας, αυτοί οι ίδιοι που τα έκλεψαν. Ο κρότος από τα πιάτα σταθερός στην ένταση και στις παύσεις του, δήλωνε πως το καθάρισμα και το πλύσιμο των πιάτων δεν είχε τελειώσει ακόμα. Σαν αν είχε επιδοθεί σε ένα ατέρμονο παιγνίδι κρότου και φασαρίας. Θεέ, ας τον άφηνε για λίγο να ηρεμήσει, να βυθιστεί στη λυτρωτική εκείνη σκοτεινή και βελούδινη ανυπαρξία. Πόσο λυτρωτική ήταν αυτή η καταβύθιση του μέσα στα σκοτεινά και ανέλπιδα φαράγγια του μυαλού. Ναι, μόνο αυτό ήθελε, την απόλυτη ηρεμία του, την ηρεμία του θανάτου.

Ο κρότος των πιατικών έσκισε πάλι την ησυχία κατακερματίζοντας για άλλη  μια φορά τα ήδη διαλυμένα νεύρα του. Ας σταματούσε μια στιγμή. Ούτε στρατός να έτρωγε στο σπίτι του, σκέφτηκε, έτσι που η μάνα του καθάριζε και έπλενε συνεχώς. Δεν έβγαινε από την κουζίνα παρά μόνο για να τον ρωτήσει αν ήθελε να φάει κάτι. «Μόνο καφέ.» της έλεγε με δυσκολία. «Δεν πεινάω, μάνα» πρόσθετε αποφεύγοντας να τη κοιτάξει στα μάτια.

 Το χαμόγελο της ξεθώριαζε μόλις απομακρυνόταν από το δωμάτια που άχνιζε πια τη μυρουδιά της κλεισούρας. Είχε σχεδόν μετακομίσει στο σπίτι του για να φροντίζει τα παιδιά, αφού η γυναίκα του δούλευε ως αργά και στην κατάσταση της δεν μπορούσε να φροντίσει μόνη τα κορίτσια, αυτό του είχε πει, αλλά εκείνος ήξερε πως φοβόταν για την ψυχική του υγεία. Τον ήξερε καλά. Άλλωστε, μέσα στην απελπισία του είχε κάνει το λάθος να της  φωνάξει για κάποια ανόητη πράξη που σκόπευε να κάνει και εκείνη έντρομη, τα άφησε όλα και έτρεξε κοντά του.

Ήξερε την ευαισθησία του, το πάθος για τη δουλειά του, στο χώρο της ραδιοφωνικής δημοσιογραφίας για περισσότερα από είκοσι πέντε χρόνια, αφότου ήταν φοιτητής ακόμα. Και δεν ήταν μόνο η οικονομική δυστοκία που ακολούθησε τον ξαφνικό θάνατο του πατέρα του, που τον έσπρωξε, σχεδόν παιδί ακόμα να δουλέψει, αλλά η αγάπη του για αυτή τη δουλειά. Μάχιμος υπήρξε πάντα και ακραιφνής, αισιόδοξος για τις μεγάλες αλλαγές της πατρίδας, ακόμα και τις φορές που η πατρίδα τον πρόδινε, δε το έβαζε κάτω. Ένιωθε υπερήφανος για τη δουλειά του, το λειτούργημα του, όπως έλεγε, αλλά αυτή ήταν ήδη η τρίτη φορά μέσα σε δέκα μόλις χρόνια και τον είχε ήδη αποκάμει.

 «Μόνο που τότε υπήρχε κάποια μικρή ελπίδα, τώρα δεν υπάρχει τίποτα, μάνα. καμία προοπτική. Τίποτα!» της είχε φωνάξει στο τηλέφωνο, λες και έφταιγε η ίδια για την ελεεινή κατάστασης του τόπου.

Δεν ήταν σίγουρος ότι είχε καταφέρει να αρθρώσει όλα αυτά στη μάνα του, καθόλου δεν ήταν σίγουρος. Για το μόνο που ήταν σίγουρος είναι ότι οι σκέψεις αυτές ωρύονταν ασταμάτητα στο κεφάλι του από τη στιγμή που του ανακοίνωσαν την απόλυση του με εκείνον τον ανεκδιήγητο τρόπο, χωρίς να σκεφτούν τα όνειρά του, τη ζωή του, τα παιδιά του.  Στην αρχή είχε μείνει άφωνος για λίγα λεπτά, έπειτα οι κραυγές του ταρακούνησαν συθέμελα το κτίριο. Παρόλα αυτά πριν ακόμα κλείσει το ακουστικό, εκείνη είχε ήδη κατέβει στο δρόμο. Δεν ηρέμησε παρά μόνο όταν  έφτασε λαχανιασμένη στο σπίτι του. «Ήλθα για τα παιδιά. ώσπου να δυναμώσεις.»

Δεν συνέχισε τη κουβέντα ήξερε ότι η μάνα του ήταν έξυπνος άνθρωπος, ήξερε πολύ καλά ότι η ψυχολογική κατάσταση του την είχε τρομάξει. Και ήταν μια ανέλπιδη κατάσταση που είχε φτάσει στο απροχώρητο. Απολύσεις παντού, εξαντλητικές μειώσεις μισθών, κατάσχεση ή δήμευση περιουσιών, τίποτα δεν άφηνε κανένα περιθώριο, καμία χαραμάδα ελπίδας,καμία προοπτική για δουλειά, πουθενά, ούτε ακόμα για δουλειές του ποδαριού.

 Η γυναίκα του το είχε ήδη δηλώσει από την πρώτη στιγμή που της το ανακοίνωσε, ότι είχε ήδη κουραστεί, ότι δε θα άντεχαν άλλο. Και η δική της δουλειά βρισκόταν στο στόχαστρο των απολύσεων, δούλευε ανεξάντλητες ώρες παρά την  τεράστια μείωση μισθού που υπέστη ο μισθός της, παρά την προχωρημένη εγκυμοσύνη της, για να μην δώσει καμία απολύτως αφορμή. Λες και εξαρτιόταν από αυτό.

Δεν της απάντησε, τι να της έλεγε; Και δεν έφταιγε για αυτό ο κόμπος που έφραζε το λαιμό του, δεν είχε κανένα επιχείρημα. Κι όταν δεν μίλησε, τελικά, μόνο τον κοίταξε με νόημα, και κλείνοντας με δύναμη την πόρτα πίσω της έφυγε για τη δουλειά της.

Από εκείνη την ώρα κλείστηκε στο δωμάτιο του και δεν ήθελε να δει ούτε τα παιδιά του. Την καταλάβαινε, τα δάνεια του σπιτιού απειλούσαν σαν βρόγχος γύρω από το λαιμό, η μείωση του μισθού της ήταν αισθητή, αφού της είχαν καταργήσει όλα τα επιδόματα και εκείνος, εκείνος δεν είχε πια καμία απολύτως προοπτική.

 Παλιότερα ήταν οι  «Τόμαχοκ» της λογοκρισίας που έβαλαν τελεία και παύλα στα όνειρα τους και ήταν εκείνος από τα πρώτα θύματα τους. Η απαίτηση ευθυγράμμισης των δημοσιογράφων με τις εκ των άνωθεν εντολές και η προσπάθεια υποταγής των «διαφωνούντων» στα κελεύσματα της κυβερνητικής προπαγάνδας, κατέγραψαν και τότε στη χώρα μεγάλες και  παράπλευρες απώλειες… «Παράνομα και καταχρηστικά απολύθηκε από το ραδιοσταθμό, διότι ο δημοσιογράφος Δημήτρης Γεωργίου, δεν συμμορφώθηκε με τις υποδείξεις» είχαν γράψει τότε οι εφημερίδες.

Έκλεισε τα μάτια του, ήθελε να σταματήσουν οι βασανιστικές αυτές σκέψεις, ας τον άφηναν για λίγο να κοιμηθεί, αλλά αυτές συνέχιζαν να βουίζουν σαν μέλισσες μέσα στο κεφάλι του.

Το βλέμμα του στράφηκε πάλι σε εκείνο το αστέρι που τον είχε κρατήσει ξάγρυπνο της προηγούμενες νύχτες, τρεμόσβηνε πάλι εκνευριστικά. Σκέφτηκε να σηκωθεί και να κλείσει το ελεεινό παράθυρο, αλλά δεν το έκανε, μόνο συνέχιζε να το κοιτά με δυο ορθάνοιχτα μάτια. Ένιωθε εξαντλημένος, ματαιωμένος, εντούτοις το εκτυφλωτικό φως τον δυσκόλεψε πάλι να κλείσει μάτι. . Η παλμική αυτή κίνηση, σαν μια εκτυφλωτική φωτεινή επιγραφή που αναβόσβηνε γρήγορα μεταφράστηκε σε κάτι σαν βόμβο − ή μήπως ήταν οι κτύποι της καρδιάς του; Πόσο παράδοξο είναι στ’ αλήθεια όταν μια αίσθηση μετατρέπεται σε εικόνα κι αυτή με τη σειρά της σε ηχητική παράσταση! Ρυθμικός παλμός, γρήγορος, σχεδόν εξουθενωτικός έκανε τη καρδιά του να θέλει να αποδεσμευτεί από το σώμα και να ταξιδέψει μακριά, πολύ μακριά. Στο παρελθόν ίσως, μάλλον στο παρελθόν.

Οι χτύποι δυνάμωσαν αφυπνίζοντας ξαφνικά μια πολύ παλιά ανάμνηση, κι όμως τόσο ζωντανή, σαν να την είχε διενεργηθεί μόλις πριν από λίγο καιρό. Η εικόνα ξεκαθάρισε και τότε είδε την ψιλόλιγνη φιγούρα του. είδε την ψιλόλιγνη φιγούρα  πατέρα του να στέκεται στο περίγραμμα της πόρτας. Έπειτα τον είδε να τον παίρνει από το χέρι και μαζί να βγαίνουν έξω στο δρόμο. Τώρα περπατά δίπλα του με υπερηφάνεια και τον οδηγεί στο σχολείο, στην πρώτη τάξη του δημοτικού, κρατώντας τον σφιχτά από το χέρι. Αυτή, ίσως ήταν η μοναδική ευτυχισμένη εικόνα που θυμόταν από εκείνον, έπειτα το μόνο που επικρατούσε στην καρδιά του ήταν η λαχτάρα, η νοσταλγία για τη σχεδόν μόνιμη απουσία του. Τόσες δεκαετίες είχαν περάσει από τότε, και όμως θυμόταν την κάθε αίσθηση, την κάθε λέξη του, και το όμορφο, πλην μελαγχολικό χαμόγελό του. Ο πόνος και η νοσταλγία, μπλεγμένα μαζί σε έναν κόμπο, στάθηκαν πάλι, όπως πάντα στο λαιμό του φράζοντας ένα λυγμό. Θεέ, πώς είναι δυνατόν να τον διαφεντεύει τόσο το παρελθόν;  Αλλά και το παρόν;  Πόσο διαφορετικό και πόσο όμοιο έγινε με εκείνο;

Νέος ψηλός με όμορφα παρότι κουρασμένα χαρακτηριστικά, με μια μικρή κύρτωση στην πλάτη  εξαιτίας των ατέλειωτων ωρών πάνω στη μηχανή συναρμολόγησης. Ναι, τον έβλεπε καθαρά. Τώρα του άπλωνε το χέρι του για να τον αποχαιρετήσει. Κάτω από τη μασχάλη του το αστραφτερό παιγνίδι που του είχε φέρει από τα ξένα, όπου δούλευε. Νωρίτερα το είχε πετάξει σαν μια έκφραση επανάστασης, αντίστασης και άρνησης… «Έλα  Δημήτρη μου, πάρε το φορτηγό σου. Να, τέτοια ακριβώς συναρμολογεί ο μπαμπάς στη Γερμανία. Παίξε, Δημητράκη και γρήγορα ο χρόνος θα περάσει.» Προσπάθησε να θυμηθεί την απάντηση του, αλλά μόνο τα λόγια του πατέρα του βούιζαν πάντα στο μυαλό του.  Ύστερα σαν σε όνειρο άκουσε εκείνα της μητέρας του ενώ προσπαθούσε να γλυκάνει την πίκρα του, «Ο Μπαμπάς πρέπει να φύγει, για να έχεις εσύ μια καλύτερη ζωή, ένα καλύτερο μέλλον από εμάς. Παίξε, Δημήτρη, παίξε αγόρι μου και ο χρόνος θα κυλήσει πάλι.»  Αλλά η θλίψη του όσο κι αν προσπαθούσε να την κρύψει ήταν πιο μεγάλη, πιο συμπαγής, τόσο που αν άπλωνε τα το χέρι του θα μπορούσε να την αγγίξει.

Την τελευταία φορά που τον είδε, στεκόταν μαρμαρωμένος μπροστά στην πόρτα με τη μικρή ξεχαρβαλωμένη βαλίτσα κοντά στα πόδια του. Τα πόδια του είχαν καρφωθεί στη γη, σαν μια αυτόβουλη οντότητα αρνούνταν να μετακινηθούν, ενώ ο κορμός πάλευε να σαλέψει, να μετακινηθεί για να εξαφανιστεί μια ώρα αρχύτερα πριν το μετανιώσει.  Η ουράνια επιγραφή αναβόσβησε πάλι, η κάθε λάμψη της έσκιζε το μέσα του. Πόνος, απογοήτευση, ματαίωση απελπισία. …  Αυτά ήταν τα αισθήματα που κυριαρχούσαν, του έκοβαν την ανάσα όταν κοιτούσε τις δίδυμες κόρες του να παίζουν στην κουζίνα, κοντά στα πόδια της γιαγιάς τους, και ίσως τότε πιο πολύ. Αναρωτήθηκε αν άξιζε τον κόπο να μεγαλώσουν δίπλα του, να απορροφήσουν από τη απύθμενη μελαγχολία και την αυτοκαταστροφική του φύση. Σαν να προετοιμαζόταν να κάνει εκείνο τα άλμα που λογάριαζε από την πρώτη στιγμή που του ανακοίνωσαν την απόλυση του με εκείνο το παγωμένο ύφος, χωρίς ίχνος ενοχών ή συμπόνιας.

Ένα παράξενο, διαχειμασμένο εδώ και χρόνια συναίσθημα τον πλημμύρισε ξαφνικά, και αμέσως σαν σε όνειρο άκουσε πάλι τη φωνή του πατέρα του να του λέει με εκείνη τη βραχνάδα που έβαφε τη φωνή του κάθε φορά που θαύμαζε κάποιο από τα κατορθώματα του γιου του. «Παίξε, Δημήτρη μου, παίξε και αύριο όλα θα είναι πιο φωτεινά»………

Σάββατο 5 Μαΐου 2012

Στην καρδιά της νύχτας -Ναγκίμπ Μαχφούζ

Mια ακόμα μετάφρασή μου από τον Νομπελίστα Ναγκίμπ Μαχφούζ κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός.


Στην Καρδιά της Νύχτας
Ο Γκάαφαρ Ιμπραήμ Σάγιεντ ελ Ράουι έχει ένα μότο: «Είθε η ιερή παράνοια να γεμίζει τη ζωή μας ως την τελευταία μας πνοή». Μια βραδιά, σ’ ένα καφενείο στο παλιό Κάιρο, αποφασίζει να μιλήσει για όσα πέρασε. Έπειτα από κάποιες ολότελα λανθασμένες αποφάσεις, έχει χάσει τα πάντα: την οικογένειά του, τη θέση του στην κοινωνία, την περιουσία του. Οδηγημένος από τα πάθη του, παντρεύτηκε από έρωτα μια πάμφτωχη νομάδα και αναγκάστηκε να πληρώσει ένα υψηλό τίμημα. Από μια ζωή γεμάτη ανέσεις και με το μέλλον του εγγυημένο από τον πλούσιο παππού του, κατέληξε, μετά την αποκλήρωσή του, ζητιάνος. Ο Γκάαφαρ δεν έχει άλλη επιλογή: θα αντιμετωπίσει τις δοκιμασίες με στωικότητα και ελπίδα, με στήριγμα τις ακλόνητες πεποιθήσεις του και τη βαθιά επιθυμία του να φέρει στο λαό του κοινωνική δικαιοσύνη.

Δευτέρα 16 Απριλίου 2012

«Χάρτινες Ζωές», από τη φιλόλογο Βίκυ Κόλλια

Η ελληνική διασπορά ανά τους αιώνες τροφοδότησε και τροφοδοτεί την ανθρωπότητα με ισχυρά πνεύματα, αληθινούς διανοούμενους, Έλληνες που μας έχουν κάνει περήφανους και διακρίνονται στον χώρο του πολιτισμού και των γραμμάτων.

Δεν είναι συμπτωματικό που στις παρυφές του ελληνισμού αναπτύσσονται τόσο ισχυρές δυνάμεις ικανές να αμυνθούν σε ό,τι κλόνιζε ή κλονίζει την πολιτιστική αυθυπαρξία του λαού μας. Ίσως η χιλιομετρική απόσταση από την πατρίδα, ίσως το γεγονός ότι κουβαλούν μέσα τους τα πιο υγιή στοιχεία του πολιτισμού μας, που ατόφια τα μεταφέρουν από γενιά σε γενιά, ίσως ακόμα η ευθύνη να αποκαθιστούν και να καταξιώνουν την βιολογική τους πατρίδα κάνει τους ομογενείς μας τους πιο ευαίσθητους δέκτες και αναπαραγωγείς πολιτισμού.

Η Πέρσα Κουμούτση ανήκει σ’ εκείνη την κατηγορία των διανοουμένων που είχαν την τύχη να γεννηθούν και να γαλουχηθούν στην ελληνική ομογένεια της Αιγύπτου η οποία, αιώνες πίσω, υπήρξε φωτοδότης του παγκόσμιου πνευματικού στερεώματος.

Οι Έλληνες της Αιγύπτου, όπως όλοι γνωρίζουμε, μια που στη μικρή μας κοινωνία έχουν επιλέξει να ζουν αρκετοί, είναι διανοούμενοι εξ απαλών ονύχων. Πνεύματα φωτεινά, πολυγνώστες, άνθρωποι δημιουργικοί, ανήσυχοι, πρωτοπόροι, διαθέτουν ιδιαίτερη πολιτιστική φυσιογνωμία και διακρίνονται με ό,τι κι αν ασχοληθούν.

Η κα. Πέρσα Κουμούτση έχει καταγεγραμμένες τις περγαμηνές της, καθώς διαθέτει εξαιρετικές σπουδές και σημαντικό μεταφραστικό έργο, που περιλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος των βιβλίων του Αιγύπτιου νομπελίστα Ναγκίμπ Μαχφούζ, καθώς και αραβική ποίηση.

Τιμήθηκε από το αιγυπτιακό κράτος το 2006 για την προσφορά της και τη συμβολή της στην προώθηση της αιγυπτιακής και της αραβικής λογοτεχνίας. Για το μεταφραστικό της έργο, τιμήθηκε με το διεθνές βραβείο Καβάφη.

«Οι Χάρτινες Ζωές», το πιο πρόσφατο μυθιστόρημά της, διαβάζεται κυριολεκτικά απνευστί. Η θηλυκή παρουσία κρατά τον βασικό ρόλο στο έργο της, που με το περιτύλιγμα του μυθιστορήματος, παρουσιάζει ένα ψυχογράφημα της Ελληνίδας του 20ου αιώνα σε διάφορες ιστορικές στιγμές.

Η Μαριάνθη, η νεαρή μικρασιάτισσα, που μέσα από έναν φοβερό ξεριζωμό , θυσίασε το ‘θέλω’ για τα ‘πρέπει’ της μικροαστικής ελληνικής κοινωνίας. Έμαθε να συμβιβάζεται μαζί με τις μνήμες από την Ιωνία και εκείνες για τον μεγαλύτερο έρωτα της ζωής της.

Η Μέλπω ή αλλιώς η Βικτωρία η αριστερή, η ασυμβίβαστη, η γεννημένη επαναστάτρια ως θύμα ενός συντηρητικού καθεστώτος φεύγει για τη Σοβιετική Ρωσία, όπου βιώνει την απόλυτη ευτυχία για να βουλιάζει μέχρι το τέλος της ζωής της , που εκείνη επέλεξε, στη μοναξιά.

Και η Ανθή, που τυπικά είναι η πρωταγωνίστρια, αφού οι ρόλοι δεν είναι ξεκάθαρα διανεμημένοι.

Η Ανθή παρουσιάζεται πραγματικά ως η μόνη από τις τέσσερις γυναίκες του βιβλίου που καθυστερεί να κάνει την επανάστασή της στα ταραγμένα χρόνια της επταετίας στην Ελλάδα που νοσταλγεί την πρόοδο αλλά βιώνει την απόλυτη συντήρηση. Η τόσο ταραγμένη και δυστυχισμένη ζωή της γιαγιάς της Μαριάνθης όσο και της μητέρας της Βικτωρίας συνέθλιψαν συναισθηματικά την Ανθή και στη νιότη αλλά και στην ωριμότητά της. Ενοχική, δίχως ασφαλές γυναικείο πρότυπο αιφνιδιάζει τον αναγνώστη με τις αντιδράσεις της.

Ο έρωτας πλανιέται στην ατμόσφαιρα, άλλοτε ως πηγή ευτυχίας και άλλοτε ως τραγικός πρωταγωνιστής. Αξίζει άραγε κανείς ν’ αγαπά και να θυσιάζεται για την αγάπη του;

Δεν πρόκειται για φεμινιστικό βιβλίο αλλά για βαθιά ανθρώπινο έργο που απλά επιβεβαιώνει την αλήθεια πως η ελευθερία και η αξιοπρέπεια αποτελούν βασικά αγαθά, πυλώνες της αυτοσυνειδησίας ίσως και της ευτυχίας.

Η πολύ ευαίσθητη χρήση της ελληνικής γλώσσας αλλά το ιδιαίτερο ύφος που έχει διαμορφώσει, κάνουν την συγγραφέα μας ξεχωριστή, μια ελληνίδα λογοτέχνιδα που διαβάζουμε και θα διαβάζουμε στο μέλλον με ιδιαίτερη χαρά και ικανοποίηση.

Σάββατο 14 Απριλίου 2012

Παρουσίαση του βιβλίου "Χάρτινες Ζωές" στο Public του Πειραιά στις 30/3/2012


Aπό την παρουσίαση του βιβλίου "Χάρτινες Ζωές" στο Public του Πειραιά στις 30/3/2012. Η ομιλήτρια Εύα Μαυρογένη (Δημοσιογράφος και ραδιοφωνική παραγωγός της ΝΕΤ) μίλησε εξαιρετικά για το βιβλίο και τη ευχαριστώ μέσα από τη καρδιά μου καθώς και τη Βάλια Κουμούτση που έπαιξε τσέλο και παρά το νεαρό της ηλικίας της έντυσε πολύ όμορφα την εκδήλωση.

Σάββατο 31 Μαρτίου 2012

Αθήνα- Μαρόκο μέσω Αυστραλίας!

Μετά από ένα δύσκολο ταξίδι σπαρμένο με αμέτρητα αγκάθια (τρεις πτήσεις με αλλεπάλληλες καθυστερήσεις, ατέλειωτες ώρες αναμονής στα αεροδρόμια της Ρώμης, της Καζανμπλάνκα και της Ταγγέρης, απώλεια αποσκευής, ελαφρύς, ευτυχώς, τραυματισμός στο πόδι) κατάφερα επιτέλους- έστω με 2 μέρες και 2 ώρες καθυστέρηση να φθάσω στην παραλιακή πόλη Ασιλάχ (Αssilah)του Μαρόκου για να λάβω μέρος στο συνέδριο με θέμα «La dimension culturelle de l’Union pour la Méditerranée» με άλλα λόγια ένα συνέδριο για το πώς προσεγγίζουν οι χώρες της ΕΕ τον πολιτισμό των χωρών της Μεσογείου.

Παρά την εξάντληση, την απογοήτευση και την ταλαιπωρία μου, έσφιξα τα δόντια και σχεδόν ασθμαίνοντας έφτασα στο χώρο όπου διεξαγόταν το συνέδριο, ιδρωμένη, εξαντλημένη και φυσικά φορώντας τα ίδια ρούχα με τα οποία ξεκίνησα το ταξίδι μου, αφού η βαλίτσα μου χάθηκε κάπου στη διαδρομή και δεν βρέθηκαν ποτέ τα ίχνη της. Φυσικά, είχα χάσει τη σειρά μου και οι συμμετέχοντες του συνεδρίου, είχαν μόλις τελειώσει με τις εισηγήσεις τους και ήταν έτοιμοι να αποχωρήσουν. Παρόλα αυτά με οδήγησαν στη θέση μου και ο πρόεδρος ζήτησε από τους συνέδρους μια μικρή παράταση. Αντιπαρερχόμενη τα περίεργα και ελαφρώς επικριτικά βλέμματα, (έφτασα με αθλητικά παπούτσια τσαλακωμένη βερμούδα, ανακατεμένα μαλλιά και ένα καταϊδρωμένο μπλουζάκι) έσφιξα τα δόντια για άλλη μια φορά και σχεδόν τρέμοντας διάβασα βιαστικά την εισήγηση που είχα ετοιμάσει. Είχα άλλωστε ταλαιπωρηθεί τόσο πολύ για να φθάσω ως εκεί.

Οι σύνεδροι φαίνεται πως με λυπήθηκαν και παρότι το πάνελ αλλά και το ακροατήριο απαρτιζόταν από ανθρώπους της διανόησης, πρώην υπουργούς εξωτερικών και άλλους ανθρώπους της πολιτικής σκηνής του τόπου, που δε γνώριζα φυσικά, έδειξαν πως με άκουγαν με ενδιαφέρον. Η κούραση άλλωστε ήταν ζωγραφισμένη καθαρά στο πρόσωπό μου και ίσως όχι απαλλαγμένη από την αγανάχτηση. Γρήγορα, ωστόσο, συνειδητοποίησα πως το ενδιαφέρον ήταν επίπλαστο, γιατί μόλις τέλειωσα, έσπευσαν όλοι να σηκωθούν χωρίς να μου απευθύνουν κανένα απολύτως σχόλιο, όπως συνηθίζεται σε τέτοιες περιπτώσεις. Εκτός από τον σύνεδρο που καθόταν δίπλα μου και που, πιστέψτε με, δεν έκανα τον κόπο να ρωτήσω το όνομά του. Ήταν άλλωστε πολύ αργά και έξω οι δημοσιογράφοι είχαν αφηνιάσει.

Έτσι αποχώρησα με σπασμένα φτερά, έχοντας πλήρη συνείδηση της οικτρής κατάστασής μου.

Το ίδιο βράδυ στο εστιατόριο του παλατιού στο οποίο διέμεναν οι σύνεδροι, κάθισα κουρασμένα δίπλα σε ένα κύριο, γοητευτικό είναι αλήθεια, αλλά κυρίως, και σε αντίθεση με μένα, ‘άστραφτε από καθαριότητα’. Συναισθανόμενη πάντα της δικής μου θλιβερής κατάστασης, στα αλήθεια ένιωθα σαν τη φτωχή του χωριού, δεν ύψωσα τα μάτια μου στον γοητευτικό άντρα ούτε μια φορά. Αλλά εκείνος επέδειξε ενδιαφέρον στο πρόσωπο μου, στη καταγωγή μου και μου μίλησε με σεβασμό για την Ελλάδα που εκπροσωπούσα. Δεν είχα καμία διάθεση να αναπτύξω ή να εμπλακώ σε μια συζήτηση μαζί του, άλλωστε ήμουν τόσο κουρασμένη που το μυαλό μου αρνούνταν πεισματικά να συμμετάσχει σε οποιαδήποτε δραστηριότητα.

Έφαγα βιαστικά, ίσα να στυλωθώ και αποχώρησα γρήγορα ζητώντας από τον συνδαιτυμόνα μου να με συγχωρήσει και του ευχήθηκα καλό βράδυ. Σχεδόν έτρεξα –τρόπος του λέγειν, δηλαδή - ως το δωμάτιο μου. Η αλήθεια είναι πως η ομορφιά των ψηφιδωτών και των αραβουργημάτων στο ευρύχωρο εκείνο και πολυτελέστατο δωμάτιο με αποζημίωσαν κάπως, αλλά μόλις ξάπλωσα στο υπέρδιπλο κρεβάτι μου αποκοιμήθηκα αμέσως. Τρεις άυπνες νύχτες ήταν ικανές να με καταβάλουν, και ενώ η ώρα δεν ήταν ούτε έντεκα ακόμα και έξω άρχιζαν οι νυχτερινοί εορτασμοί, εγώ βυθίστηκα στον ύπνο.

Το πρωί ξύπνησα από ένα επίμονο κουδούνισμα που τρύπησε τα αφτιά μου. με δυσκολία άνοιξα τα μάτια μου και έψαξα για το ρολόι μου πάνω στο κομοδίνο. Είδα πως ήταν μόλις 5 το πρωί. σήκωσα το ακουστικό και τρομαγμένα ρώτησα τι συμβαίνει. Μου εξήγησαν πως ο οδηγός είχε καταφθάσει στην ώρα του για να με πάρει στο αεροδρόμιο. Ούρλιαξα πως είχαν κάνει λάθος, πως μόλις είχα φτάσει και πως ήταν αδύνατον – ακόμα κι αν το ήθελα να υποστώ την ίδια ταλαιπωρία χωρίς να ξεκουραστώ. Χρειαζόμουν τουλάχιστον 2 μέρες για να ‘αναρρώσω’ από όλο αυτό. Έλεγξαν πάλι τις καταστάσεις και διαπίστωσαν πως πράγματι είχαν κάνει λάθος. Δεν συνέχισα τον ύπνο μου, αποφάσισα να σηκωθώ, να κάνω ένα ντους, να αγοράσω καινούρια ρούχα από το ‘σουκ’ και να απολαύσω ότι απέμεινε από το ταξίδι μου. Πριν φύγω για την αγορά, αναζήτησα το συμπαθέστατο κύριο για να του ζητήσω συγγνώμη για την όχι τόσο ευγενική συμπεριφορά μου το προηγούμενο βράδυ, αλλά με πληροφόρησαν πως είχε φύγει.

Όπως με πληροφόρησαν ο φιλικός, ευεγενέστατος και γοητευτικός κύριος ήταν ο διάσημος Τούρκος συγγραφέας και δημοσιογράφος Νεντίμ Γκιουρσέλ, από τις σημαντικότερες μορφές της Τουρκικής διανόησης που πρόσφατα μάλιστα δικάστηκε από το δικαστήριο της Κωνσταντινούπολης για βλασφήμια και υποδαύλιση θρησκευτικού μίσους. Ευτυχώς, ο άνθρωπος αθωώθηκε.

Άλλη μια ψυχρολουσία ήλθε να προστεθεί στην αλυσίδα των απογοητεύσεων καθώς ο Γκιουρσέλ είναι από τις προσωπικότητες που πάντα ήθελα να γνωρίσω από κοντά. Ο άντρας καθόταν δίπλα μου, μου μιλούσε με προσήνεια και εγώ το μόνο που σκεφτόμουν ήταν πως θα μπορούσα να εξαφανιστώ από τα μάτια του.

Οι επόμενες δύο μέρες κύλησαν πιο ευνοϊκά. Φορώντας τα καινούρια ρούχα που αγόρασα από το σουκ- δεν ξέρω κατά πόσο ήταν πιο καθαρά από τα δικά μου- δεν άφησα άνθρωπο στο παλάτι χωρίς να του μιλήσω και να ρωτήσω για το ποιος ήταν ή ποια χώρα εκπροσωπούσε. Ο χώρος έβριθε από σημαντικές προσωπικότητες από τις οποίες ξεχώρισα τον νέο υπουργό πολιτισμού της χώρας που με φιλοξενούσε: ένας συμπαθέστατος, κι οξυδερκής άνθρωπος λάτρης της Ελληνικής κουλτούρας. Ο άνθρωπος επαίνεσε την εισήγηση μου και διαβεβαίωσε πως τον επόμενο χρόνο θα βρίσκομαι και πάλι εκεί. Τον κοίταξα με ευγνωμοσύνη και χωρίς να εγκαταλείψω στιγμή το χαμόγελο μου, σκέφτηκα πως κάτι τέτοιο δε θα γινόταν ποτέ, εκτός βέβαια αν μου εξασφάλιζαν απευθείας πτήση!


* Η παραλιακή πόλη Ασιλάχ βρίσκεται στο βορειοδυτικό άκρο της Αφρικής, μόλις 20 χιλιόμετρα από την Ταγγέρη και βρέχεται από τον Ατλαντικό. Είναι μια μικρή, γραφική πόλη του Μαρόκου, που εκ πρώτης όψεως θυμίζει κυκλαδικό νησί. Στο παρελθόν υπήρξε Ισπανική αποικία, περιείλθε στα χέρια των Μαροκινών αλλά εγκαταλείφθηκε στην τύχη της. Ανοικοδομήθηκε από την κυβέρνηση πριν από ακριβώς 31 χρόνια και αναστυλώθηκαν όλα τα παλιά της κτίρια , κυρίως το παλάτι που δεσπόζει στην ανατολική άκρη της πόλης, για να γίνει το πιο σημαντικό πολιτιστικό κέντρο της χώρας, αλλά και όλων των χωρών της βορείου Αφρικής. Κάθε χρόνο κατά τον μήνα Αύγουστο διεξάγονται διεθνή συνέδρια και φόρουμ, όπου άνθρωποι από όλο τον κόσμο συναντιούνται για να ανταλλάξουν απόψεις. Το φετινό συνέδριο διοργανώθηκε ενόψει ενός άλλου για μια Ένωση των χωρών της Μεσογείου.