Παρασκευή 5 Αυγούστου 2011

Έλσα, σε... φοβάμαι

ΣύνδεσμοςΑναδημοσίευση από το ethnos.gr και τη στήλη "ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΕ ΚΑΛΟ ΤΕΛΟΣ" που επιμελείται η Ελένη Γκίκα.

Έλσα, σε... φοβάμαι
Μια πλειάδα σύγχρονων Ελλήνων συγγραφέων υπογράφουν καθημερινά και αποκλειστικά για το "Έθνος" "Μια ιστορία με καλό τέλος". Επειδή η ζωή έχει το χρώμα, το αίσθημα και την έκβαση -γιατί όχι;- που εμείς της δίνουμε. Διότι είναι ανοιχτή στο ενδεχόμενο και το αναπάντεχο.

ΠΕΡΣΑ ΚΟΥΜΟΥΤΣΗ
Θεωρείται η κατεξοχήν μεταφράστρια του νομπελίστα Ναγκίμπ Μαχφούζ στα καθ' ημάς. Εξάλλου η Πέρσα Κουμούτση γεννήθηκε και σπούδασε Αγγλική και Αραβική Λογοτεχνία στο Κάιρο. Εγραψε επίσης ατμοσφαιρικά μυθιστορήματα που διασώζουν μοναδικά μια αλεξανδρινή ανεπανάληπτη εποχή: "Αλεξάνδρεια, στο δρόμο των ξένων" (2003), "Τα χρόνια της νεότητός του, ο ηδονικός του βίος" (2004) και "Δυτικά του Νείλου" (2006) και "Καφέ Κλεμέντε" (2006) από τις εκδόσεις "Ψυχογιός". Από τις ίδιες εκδόσεις κυκλοφορεί το φθινόπωρο και το καινούργιο της μυθιστόρημα "Χάρτινες ζωές". Το 2001 τιμήθηκε για το σύνολο των μεταφράσεών της με το Διεθνές Βραβείο Κ. Π. Καβάφη, το 2006 το αιγυπτιακό κράτος της απένειμε τιμητικό μετάλλιο για τη συνεισφορά της στην προώθηση και προβολή της αιγυπτιακής λογοτεχνίας, ενώ το "Κοράνι" στα ελληνικά έχει, επίσης, τη δική της υπογραφή.

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΕΛΕΝΗ ΓΚΙΚΑ

"Ελσα, σε ...φοβάμαι", της Πέρσας Κουμούτση

Το αστέρι τρεμόπαιζε με έναν τέτοιο τρόπο, σαν να τον παρακινούσε να το προσέξει περισσότερο, να του αφοσιωθεί. Είχε την αίσθηση ότι τον πλησίαζε και πως, σε λίγες στιγμές, αν άπλωνε το χέρι του θα μπορούσε να το αγγίξει. Η καρδιά του πήγαινε να σπάσει έτσι όπως -για έναν ανεξήγητο λόγο- άρχισε να ανταγωνίζεται το τρεμόπαιγμά του. Σκέφτηκε να σηκωθεί και να κλείσει το παράθυρο, αλλά δεν το έκανε, μόνο συνέχιζε να το κοιτά με δυο ορθάνοιχτα μάτια. Η παλμική αυτή κίνηση, σαν μια εκτυφλωτική φωτεινή επιγραφή που αναβόσβηνε γρήγορα μεταφράστηκε σε κάτι σαν βόμβο - ή μήπως ήταν οι κτύποι της καρδιάς του; Πόσο παράδοξο είναι στ' αλήθεια όταν μια αίσθηση μετατρέπεται σε εικόνα κι αυτή με τη σειρά της σε ηχητική παράσταση! Ρυθμικός παλμός, γρήγορος, σχεδόν εξουθενωτικός έκανε την καρδιά του να θέλει να αποδεσμευτεί από το σώμα και να ταξιδέψει μακριά.

Οι χτύποι δυνάμωσαν αφυπνίζοντας μια πολύ παλιά ανάμνηση, κι όμως τόσο ζωντανή, σαν να την είχε ζήσει μόλις πριν από λίγο καιρό. Η εικόνα ξεκαθάρισε και τότε είδε τη ψηλόλιγνη φιγούρα της... Είδε τη μάνα του να περπατά δίπλα του, να τον οδηγεί στο σχολείο, στην πρώτη τάξη του δημοτικού, κρατώντας τον σφιχτά από το χέρι.

Ηταν η μοναδική ευτυχισμένη εικόνα που θυμόταν από εκείνη. Τότε η μάνα του περνούσε μια σύντομη αναλαμπή ψυχικής υγείας, γεννώντας την ελπίδα στην καρδιά του και στην καρδιά του πατέρα του· έπειτα, επανήλθε στον παράδοξο κόσμο της.

Τόσες δεκαετίες είχαν περάσει από τότε, και όμως θυμόταν την κάθε αίσθηση, την κάθε λέξη της, τις ευχές και το όμορφο χαμόγελό της. Ο πόνος και η νοσταλγία, μπλεγμένα μαζί σε έναν κόμπο, στάθηκαν όπως πάντα στον λαιμό του φράζοντας ένα λυγμό. Θεέ, πώς είναι δυνατόν να τον διαφεντεύει τόσο το παρελθόν;

Ενα κέντρισμα στο στήθος τον επανέφερε στο σήμερα κι ο νους του έτρεξε στον γιο του. Προσπάθησε να θυμηθεί την πρώτη μέρα που συνόδευσε τον Παύλο στο σχολείο πριν από είκοσι πέντε περίπου χρόνια. Προσπάθησε πολύ, αλλά το αποτέλεσμα ήταν πάντα το ίδιο. Απόλυτο κενό μνήμης! Κι όμως είναι βέβαιος πως τον είχε συνοδεύσει, όπως έκανε η μητέρα του πριν από εξήντα περίπου χρόνια. Η διαπίστωση αυτή τον έκανε να θέλει να κλάψει. Αλλά δεν μπόρεσε.

Η παλμική κίνηση του αστεριού έγινε εντονότερη, ώσπου δεν την άντεχε πια. Σηκώθηκε και έκλεισε το παράθυρο. Αν δεν το έκλεινε, εκείνη η ενοχλητική λάμψη δεν θα τον άφηνε να κοιμηθεί· δεν θα τον άφηνε στην ησυχία της μοναξιάς που επέλεξε για τον εαυτό του τα τελευταία χρόνια της ζωής του.

Όχι! Δεν ήθελε να πληγωθεί άλλο από τους ανθρώπους. Αρκετά είχε υποστεί· τον είχαν αλλάξει, τον πλήγωσαν βαθιά στον πυρήνα της ύπαρξής του. Ομως, γιατί όλες αυτές οι σκέψεις τον καταδίωκαν αδιάλειπτα; Εμοιαζαν να τον προγκίζουν να κάνει επιτέλους εκείνο το βήμα για να απαλλαγεί από το βάρος που πλάκωνε το στήθος του. Σαν να υπήρχε ένα χρέος που δεν είχε ακόμα εκπληρώσει, και είχε έλθει πια το πλήρωμα του χρόνου για να το τακτοποιήσει.

Σηκώθηκε πάλι, μόνο που αυτή τη φορά πήγε στο γραφείο του και άνοιξε τον υπολογιστή. Του φάνηκε αιώνας ώσπου να λάμψει εκτυφλωτικά η οθόνη μπροστά στα μάτια του. Μάρκαρε τα αποθηκευμένα μηνύματα και άνοιξε το δικό της. Δεν το είχε σβήσει ακόμα, αν και της είχε ανακοινώσει την απόφασή του. Το διάβασε πάλι -δεν θυμόταν πόσες φορές το είχε διαβάσει- παρότι η απόφαση που είχε πάρει ήταν αμετάκλητη. Ναι! Η υπόθεση είχε τελειώσει οριστικά, τελεία και παύλα! Αυτά τα πράγματα πρέπει να κόβονται με το μαχαίρι πριν είναι πολύ αργά, της είχε πει· και εκείνη, παρά το ατέλειωτο κλάμα και τις ικεσίες της, δεν κατάφερε να λιώσει τον σκληρό πυρήνα της καρδιάς του.

Στ' αλήθεια, πόσο είχε παγώσει με τον καιρό! Είχε πάψει πια να πιστεύει σε οτιδήποτε, προπάντων στην αγάπη. Αλλωστε, ποιος ήταν αυτός που στα εξήντα του χρόνια θα έβρισκε την απόλυτη αφοσίωση, και μάλιστα στο πρόσωπο μιας νέας και όμορφης γυναίκας;

Λαχταρούσε ακόμα το κορμί της, είναι αλήθεια· την απαλή της σάρκα, το παιδιάστικο γέλιο της, το στόμα της, ειδικά αυτό, τα μάτια της έτσι όπως έλαμπαν στο μισοσκόταδο του δωματίου ενώ έκαναν έρωτα, αλλά και μετά, όταν κούρνιαζε ασάλευτη στην αγκαλιά του. Δεν είχε ξαναφιλήσει έτσι καμιά γυναίκα· καμιά δεν του είχε δοθεί ολοκληρωτικά, όπως εκείνη.

Κούνησε το κεφάλι και έκλεισε τα μάτια του για να αποδιώξει την εικόνα που άρχιζε να ζωντανεύει, να αποκτά σάρκα και οστά. Οχι! δεν θα παραδινόταν στα τερτίπια της σάρκας. Εκείνος, που δέχτηκε αγόγγυστα τα αλλεπάλληλα χτυπήματα των ανθρώπων, προτιμούσε τη μοναξιά, το απόλυτο κενό, από μια ενδεχόμενη προδοσία...

Τι του είχε κάνει; Δε θυμόταν, εντούτοις ένιωθε πως ήθελε να την τιμωρήσει, να την εκδικηθεί. Τι ήθελε να ταράξει τα ήρεμα νερά του τα οποία χρόνια τώρα λίμναζαν στη στέρνα της αδράνειας και της συναισθηματικής αδιαφορίας που είχε επιλέξει για τον εαυτό του; Οχι, όχι! Επρεπε να είναι δυνατός, αυτή τη φορά, όφειλε να θωρακίσει τον εαυτό του, ενώ είναι καιρός ακόμα, πριν ακολουθήσει η προδοσία.

Πάντα προσπαθούσε να μη χαραμίζει την ανθρώπινη πλευρά του, αλλά οι άνθρωποι πάντα τον πρόδιδαν, οι κοντινοί του άνθρωποι περισσότερο από τους άλλους. Πρώτα η μάνα του, εξαιτίας του αρρωστημένου ψυχισμού της· έπειτα ο πατέρας του, όταν δεν άντεξε και έφυγε απροειδοποίητα από τη ζωή τους· και τέλος η γυναίκα του, που του αφαίρεσε κάθε ίχνος αξιοπρέπειας και υπερηφάνειας στερώντας του το ίδιο του το παιδί όταν αυτό βρισκόταν ακόμα σε τρυφερή ηλικία, έτσι άδικα, απάνθρωπα, αδικαιολόγητα.

Η παγωνιά τον σκέπασε από τότε. Είχε γίνει δύσπιστος, στρυφνός, απόμακρος, μια ομιχλώδης ύπαρξη που προσπαθούσε συνεχώς να εχθρεύεται την αγάπη.

Ποια ήταν, λοιπόν, η Ελσα που εμφανίστηκε από το πουθενά και θρονιάστηκε έτσι στη ζωή του;. Δεν τη λυπήθηκε, ούτε όταν γονάτισε μπροστά του και τον ικέτευσε να μη την εγκαταλείψει. Τι του είχε κάνει; "Σε τι έφταιξα;" τον ρωτούσε ξανά και ξανά. Αλλά εκείνος πίστευε πως ήταν ξεκάθαρος μαζί της, ξεκάθαρος και δίκαιος, όταν της εξήγησε πως ήταν πολύ συχνά ένα φοβισμένο και απελπισμένο παιδί στο σώμα γυναίκας, κάτι που ήταν γι' αυτόν δύσκολο, κάτι που τον κούρασε.

Αυτά της είχε προσάψει.

"Είναι αλήθεια ότι λόγω των πολλών αδιεξόδων που λειτούργησαν φθοροποιά στη σχέση μας φτάσαμε εδώ που φτάσαμε..." κατέληξε ακαθόριστα.

Δεν της μίλησε για την ευτυχία που ένιωσε μαζί της όλον αυτό τον καιρό, για το κορμί του που έλιωνε πάνω στο δικό της, για τα μάτια που απόκτησαν ζωντάνια αφότου τα δικά της άραξαν σ' αυτά για πρώτη φορά, για την αγάπη της που άγγιζε τα όρια της λατρείας. Αλλά όχι! Δε θα μπορούσε να το διακινδυνεύσει. Και καλώς έβαλε τέλος, πριν επέλθει το αναπότρεπτο.

Διαβάζοντας ξανά το παρακλητικό της μήνυμα, θυμήθηκε πάλι την πληγωμένη έκφρασή της, και ο κόμπος δέθηκε στο λαιμό του πιο σφιχτά. Αλλά και εκείνος δεν είχε πονέσει βαθιά τόσες φορές; Τόσες φορές! Στη σκέψη αυτή, έσμιξε τα φρύδια του, ύψωσε αργά το χέρι του και έπειτα, με την αποφασιστικότητα ενός δήμιου, το άφησε να πέσει πάνω στο πλήκτρο της αμετάκλητης απόρριψης. Ενα απλό τακ με το δείκτη, και το μήνυμα χάθηκε οριστικά.

"Αυτό ήταν! Τελεία και παύλα!" ψέλλισε ανακουφισμένος και γύρισε στο κρεβάτι του. Τώρα θα μπορούσε να κοιμηθεί ήσυχος, απαλλαγμένος πια από το βάρος που τον πλάκωνε, ενώ σκεφτόταν ότι το μήνυμά της βαριανάσαινε εδώ και μέρες στη μνήμη του υπολογιστή και τη δική του. Καλύτερα αποστασιοποιημένος, μακριά από συναισθηματικές δεσμεύσεις, παρά πληγωμένος.

Αν δεν εμφανιζόταν η Ελσα στο δρόμο του, τώρα δε θα είχε να αντιμετωπίσει τέτοιου είδους διλήμματα. Εκείνη φταίει, λοιπόν! Τι ήθελε να του ανατρέψει τη ζωή; Οχι! καλύτερα μόνος! Μόνος του ένιωθε ασφαλής. Τράβηξε την κουβέρτα και έκλεισε τα μάτια χωρίς ίχνος ενοχών. Επειτα, χωρίς να το καταλάβει έπιασε τον εαυτό του να ξεσπά σε ένα γοερό κλάμα, ατέλειωτο, λυτρωτικό, από εκείνα που ακολουθούν μία εκ βαθέων εξομολόγηση.

Δεν κατάλαβε πότε τον πήρε ο ύπνος, όταν στη σιγαλιά της νύχτας που τον τύλιγε σαν βαριά κουβέρτα άκουσε το κουδούνι του τηλεφώνου να χτυπά. Σηκώθηκε και με αργές κινήσεις βγήκε στο σαλόνι, σήκωσε το ακουστικό. Η φωνή του Παύλου αντήχησε ενθουσιώδης, σχεδόν λαχανιασμένη από την άλλη πλευρά.

"Πατέρα, να με συγχωρείς, αλλά δεν μπορούσα να περιμένω ως το πρωί..." ακολούθησε μια σύντομη παύση δισταγμού και έπειτα συνέχισε: "Γεννήσαμε, πατέρα! Η Αννα γέννησε κοριτσάκι. Βεβαίως, δε θα σε παρεξηγήσω αν δεν έλθεις να τη δεις, αλλά ένιωσα την ανάγκη να...".

Δεν τον άκουγε πια, καθώς σαν από το πουθενά η εικόνα του Παύλου καταμεσής της σχολικής αυλής ανέτειλε μπροστά στα μάτια του - μικρός και τρομαγμένος, κρατώντας σφιχτά το στιβαρό χέρι του πατέρα του. Ενα παράξενο, διαχειμασμένο εδώ και χρόνια συναίσθημα τον πλημμύρισε ξαφνικά, και αμέσως άκουσε τον εαυτό του να λέει στον γιο του με εκείνη τη βραχνάδα που παλιότερα, πολύ παλιά, έβαφε τη φωνή του κάθε φορά που θαύμαζε κάποιο από τα κατορθώματα του γιου του.

"Ερχομαι, Παύλο! Ερχομαι αμέσως!"

------------------------------------

Ολα τα πρωινά του κόσμου
Νίκος Χατζηκυριάκος - Γκίκας και όλα τα πρωινά του κόσμου, για το αγόρι που μεγάλωσε στο διήγημα της Πέρσας Κουμούτση κι αφήνει πίσω του από τρόμο και έρωτα τη ζωή. Αλλά ποτέ πάλι δεν ξέρει κανείς...

ΥΓ. Η τελευταία παράγραφος είναι σχόλιο της Ελένης Γκίκα που την ευχαριστώ ιδιαιτέρως όπως και για τον υπέροχο πίνακα του Χατζηκυριάκου-Γκίκα που συνόδευσε την ανάρτηση.


Τετάρτη 27 Ιουλίου 2011

Γυναίκα και Λογοτεχνία

Αναδημοσίευση από το περιοδικό bookbar

Γυναίκα και Λογοτεχνία
Η ιστορία μιας δυνατής σχέσης…


Από το ρόλο της αναγνώστριας στο ρόλο της συγγραφέως


Της Πέρσας Κουμούτση


Οι γυναίκες έχουν ανακηρυχθεί σε …πρωταθλήτριες στην ανάγνωση της λογοτεχνίας, σύμφωνα με τις σύγχρονες στατιστικές. Εξ ίσου σημαντικός όμως εξελίσσεται και ο ρόλος τους στη συγγραφή της λογοτεχνίας. Τα τελευταία χρόνια, ολοένα και μεγαλύτερος αριθμός γυναικών έχουν περάσει από το ρόλο της αναγνώστριας, στο ρόλο της συγγραφέως, δημιουργώντας το δικό τους, γυναικείο κατά κανόνα, αλλά ιδιαίτερα πιστό κοινό. Που περιμένει τα βιβλία τους και τα διαβάζει. Πώς έγινε αυτή η μεταβολή; Πώς η γυναίκα, από «αδύναμη» ηρωίδα στα έργα της ανδροκρατούμενης λογοτεχνίας του 19ου αιώνα, βρέθηκε να είναι πρωταγωνίστρια και δημιουργός της λογοτεχνίας στη σύγχρονη εποχή; Το ενδιαφέρον κείμενο της συγγραφέως και μεταφράστριας Πέρσας Κουμούτση που ακολουθεί, φωτίζει πλευρές από την πορεία αυτής της αλλαγής, από τον 19ο αιώνα μέχρι σήμερα.

Η γυναίκα στη λογοτεχνία του 19ου αιώνα

H λογοτεχνία αντανακλά την κοινωνία και την εποχή κατά τη οποία γράφεται. Τον 19ο αιώνα έως τις απαρχές του 20ου η λογοτεχνία όπως κάθε άλλη πολιτιστική και πολιτική έκφανση είναι ανδρική υπόθεση. Έτσι ο ρόλος της γυναίκας σε αυτή, δε θα μπορούσε παρά να είναι υποδεέστερης σημασίας ή επικουρικός στην καλύτερη περίπτωση. Η λογοτεχνία βρίθει από γυναικείους χαρακτήρες που είναι ανίκανες να αναπτύξουν πρωτοβουλίες πέρα εκείνων του σπιτιού και της οικογένειας, αφού το μόνο που τους επιτρέπεται είναι να κοιτούν τον κόσμο να τους προσπερνά, αλλά όχι να συμμετέχουν ενεργά σε αυτόν. Γυναίκες που τρελάθηκαν, ή πλήρωσαν αδρά το τίμημα του λάθους τους να ενδώσουν στο αμάρτημα του έρωτα, της ίδια της ζωής. Σε αντιπαράθεση όλων αυτών, εξαίρεση και αχτίδα φωτός αποτελεί ο Παπαδιαμάντης με τα γνωστά πεζογραφήματα του στα οποία πρωταγωνιστούν οι γυναίκες διαφορετικές που προκαλούν με την αντισυμβατική και προκλητική για τα ήθη της εποχής συμπεριφορά τους.

20ος αιώνας: Πολιτικά δικαιώματα και αναλφαβητισμός

Το ίδιο εξακολουθεί να συμβαίνει και στις αρχές του 20 αιώνα. και παρότι η ισότητα των φύλων τυπικά αναγνωρίζεται ενώπιον του νόμου λίγο πριν το ’30 ανοίγοντας έτσι το δρόμο για την αναγνώριση των πολιτικών δικαιωμάτων στο γυναικείο πληθυσμό, η γυναίκα κάθε άλλο από ισότιμη του άντρα είναι τελικά. Oι γυναίκες, στην πλειοψηφία τους, εξακολουθούν να είναι αναλφάβητες, ενώ οι συγγραφείς, παιδιά της εποχής τους, απηχούν τις αντιλήψεις της.


Γυναικεία λογοτεχνία στο Μεσοπόλεμο


Στη μεσοπολεμική λογοτεχνία ωστόσο, το τοπίο αρχίζει να αλλάζει. Οι γυναίκες συνεχίζουν να διεκδικούν το δικαίωμα στην αυτεξουσιότητας τους και η παρουσίας της γυναίκας στην πολιτιστική κίνηση της χώρας και ειδικότερα στην λογοτεχνία γίνεται αισθητή και ανθίζει χρόνο με το χρόνο. Οι επίμονες προσπάθειες του γυναικείου κινήματος στα τέλη της δεκαετίας του 30 και το 40 συμβάλλουν τα μέγιστα σε αυτό, όπως επίσης και η λογοτεχνία των Ελληνίδων συγγραφέων της διασποράς. Οι γυναίκες του προσφυγικού πληθυσμού άλλωστε έχουν ήδη δημιουργήσει συλλόγους, εκδίδουν περιοδικά και ζητούν αδιαπραγμάτευτα την αναγνώριση του ρόλου των γυναικών στην κοινωνία, από τη δεκαετία του ’30. Κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου σημειώνεται η πρώτη «μαζική» εμφάνιση γυναικών συγγραφέων στην καθυστερημένη Ελλάδα και στα δύο κύρια είδη της λογοτεχνίας: την Ποίηση και το Μυθιστόρημα. Ανάμεσα στις πρωτοπόρες υπήρξαν η Γαλάτεια Καζαντζάκη, η `Ελλη Αλεξίου, η Μέλπω Αξιώτη, η Διδώ Σωτηρίου στην Πεζογραφία και η Μαρία Πολυδούρη, η Μυρτιώτισσα, η Ζωή Καρέλλη στην Ποίηση.

Η Μεταπολεμική γυναικεία συγγραφική δημιουργία


Παρόλα αυτά η αθρόα παρουσία των γυναικών στη λογοτεχνική παραγωγή της Ελλάδας έρχεται μεταπολεμικά και πιο συγκεκριμένα από το 1950 και έπειτα, αφού τότε εμφανίζονται στα γράμματα δυο γενιές γυναικών, οι περισσότερες από τις οποίες εξακολουθούν να γράφουν και να δημοσιεύουν ως σήμερα. Αν προπολεμικά η γυναίκα που έγραφε λογοτεχνία, όπως και η γυναίκα ως θέμα, με τα ιδιαίτερα προβλήματά της, ήταν γνωστές μόνο σε ένα περιορισμένο κύκλο διανοουμένων, η κατάσταση αυτή άλλαξε στις μεταπολεμικές δεκαετίες. Ένας από τους βασικούς παράγοντες αυτής της αλλαγής ήταν ότι η γυναίκα ολοένα και περισσότερο συμμετείχε στην παραγωγή, και κατά συνέπεια απαιτούσε να διευρύνει τους ορίζοντές της. Εκτός από τις επιστήμες, η λογοτεχνία ήταν ένα από τα πιο προνομιακά πεδία άσκησης της γυναικείας εμπειρίας, της περιγραφής των νέων κοινωνικών ηθών, και της αποτύπωσης των ψυχικών αντιδράσεων της μεταπολεμικής γυναίκας. Τα προηγούμενα χρόνια η γυναίκα αναμίχθηκε ενεργά στην πολιτική, πέρασε δοκιμασίες, συμμετείχε στα κατοχικά ή στον εμφύλιο και διώχθηκε , -ας μη ξεχνάμε ότι πολλές γυναίκες έφυγαν και εγκαταστάθηκαν σε χώρες της δυτικής και της ανατολικής Ευρώπης, ενώ άλλες κλείστηκαν σε στρατόπεδα «πολιτικής ανανήψεως»- , όπως ακριβώς και οι άνδρες που ανήκαν στην αριστερά. Η ποιήτρια Βικτωρία Θεοδώρου ήταν, λ.χ., έγκλειστη στο Τρίκερι, η συγγραφέας παιδικής λογοτεχνίας Άλκη Ζέη έζησε στη Μόσχα, η καθηγήτρια φιλοσοφίας και πεζογράφος Μιμίκα Κρανάκη το 1945 έφυγε για τη Γαλλία, και άλλες πολλές αλλού. Βιώματα από αυτές τις περιπέτειες έχουν καταγραφεί σε πολλά βιβλία προσωπικών μαρτυριών, ποίησης και μυθιστορημάτων.

Η δεκαετία του ’60


Από το 1960 η λογοτεχνία των γυναικών στην Ελλάδα μπαίνει σε μια νέα φάση. Παλαιότερα ταμπού γλώσσα και καταστάσεις αλλάζουν, η παλιά θεματολογία υποσκελίζεται από νέες με σημαία εκείνη της σεξουαλικότητας της γυναίκας που γίνεται και η κύρια πηγή της δημιουργικής της έμπνευσης. Η γυναίκα υψώνει τη φωνή ενάντια στο κατεστημένο, ενάντια στην οικονομική καταπίεση, ακόμα και στο γάμο και όπως είναι πλέον παραπάνω από αισθητική, απαραίτητη, η συμμετοχή της στην παραγωγή, έχει ενεργό ανάμειξη στις αποφάσεις που παίρνονται σε όλες τις βαθμίδες και τις πτυχές της δημόσιας ζωής.


Από το ρόλο της αναγνώστριας στο ρόλο της συγγραφέως


Τ
α παλιά γυναικεία πρότυπα, σιγά σιγά παύουν να υπάρχουν, γεννιούνται όμως καινούργια, αρκετά από τα οποία είναι όμως αρνητικά, κυρίως γιατί αλυσοδένουν τη σύγχρονη γυναίκα στην κοινωνία της κατανάλωσης. Αυτό που μπορούμε να πούμε ως προς τη λογοτεχνία είναι ότι αφ’ ενός η γυναίκα αντιμετωπίζεται κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα απολύτως ως ίση με τους άνδρες ομότεχνούς της, ενώ μετά το 1990, η σημαντική αύξηση του γυναικείου αναγνωστικού κοινού, επιβάλλει κατά κάποιο τρόπο στην αγορά και την ύπαρξη βιβλίων (κυρίως πεζογραφίας) που να ασχολούνται με ανάλογα θέματα. Κατ’ αυτό τον τρόπο γεννήθηκε μια ευρεία ομάδα αναγνωστριών, σε όλη την Ελλάδα, οι οποίες πολύ εύκολα περνούν από τη θέση του αναγνώστη στη θέση του συγγραφέα, θέλοντας κατά πρώτο λόγο να πουν τη δική τους ιστορία ζωής, να αποκαλύψουν τον δικό τους τρόπο να βλέπουν τον κόσμο.

Επιστροφή στο παλιό ρομαντικό βιβλίο


Σήμερα, η λογοτεχνία στην Ελλάδα θα έλεγα πως βρίσκεται σε σημείο καμπής. Υπάρχει μια τάση μεταστροφής στο παλιό, ρομαντικό βιβλίο, καθώς τα πάντα κατά τη άποψη της έχουν ειπωθεί. Η μεταστροφή αυτή δεν είναι σπασμωδική αλλά πιο στοχαστική, ενώ, σε πολλές περιπτώσεις, αν δεν ξέρεις το φύλο του συγγραφέα δεν μπορείς να το καταλάβεις από το γράψιμό του. Άλλωστε επειδή ακριβώς ορισμένα θέματα, όπως οι ερωτικές σχέσεις, είναι σε μεγαλύτερη ζήτηση, δεν είναι σπάνιο να ασχολούνται με αυτές και άνδρες. Αντίθετα λίγες είναι αυτές που ασχολούνται με το μεταναστευτικό ζήτημα, για παράδειγμα την οικονομική ύφεση και την παγκοσμιοποίηση, καθότι άλλα ‘εμπορικά’ θέματα τα υποσκελίζουν. Όμως αυτό δε συμβαίνει μόνο στην Ελλάδα, αλλά είναι παγκόσμιο φαινόμενο.
Επίσης αρκετές από τις νεαρές γυναίκες που γράφουν, θέλοντας να είναι αποκαλυπτικές, διαλέγουν τολμηρά θέματα, με τα οποία καταπιάνονται δύσκολα οι αντίστοιχης ηλικίας άντρες συγγραφείς, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τα βιβλία δεν διακρίνονται για τη δύναμη, την πρωτοτυπία, την ευαισθησία και τον ενδιαφέροντα χειρισμό της γλώσσας. Δεν είναι μάλιστα τυχαίο ότι η πλειοψηφία των πρωτοεμφανιζόμενων πεζογράφων που βραβεύονται σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς είναι νεαρά κορίτσια!

Κυριακή 24 Ιουλίου 2011

"O ύπνος των αγαλμάτων", του Νίκου Διακογιάννη

Ένα βιβλίο που προτείνω να διαβάσετε είναι "Ο ύπνος των αγαλμάτων" (Εκδόσεις ΚΑΛΕΝΤΗΣ) του Νίκου Διακογιάννη. Το μυθιστόρημα είναι αφιερωμένο στον νομπελίστα συγγραφέα Ζοζέ Σαραμάγκου. Εντός των ημερών μάλιστα στις 29 Ιουλίου θα γίνει η παρουσίαση του βιβλίου στην ιδιαίτερη πατρίδα του συγγραφέα τη Νίσυρο. Εύχομαι ολόψυχα καλή επιτυχία.
Το κείμενο που ακολουθεί είναι από το οπισθόφυλλο του βιβλίου.


"Τότε είδα ν' αποσπάται από την ομάδα ένας πελώριος Κούρος με το αρχαϊκό του μειδίαμα κάπως εντονότερο, έτοιμος να δείξει την οδοντοστοιχία του. Βγήκε μπροστά από τον αιωρούμενο σωρό κι άρχισε σταδιακά να αποσυντίθεται, να λιώνει σαν φτιαγμένος από κερί ή υλικό ακόμη πιο μαλακό κι ευαίσθητο στην υψηλή θερμοκρασία. Μα τι λέω! Εδώ τα αντικείμενα τήκονταν στις πολικές θερμοκρασίες! Δεν ήξερα αν έπρεπε να φωνάξω..."

Τι σημαίνουν οι καταστροφές έργων τέχνης που σημειώνονται στο νέο Μουσείο της Ακρόπολης και στο Λούβρο; Γιατί καταστράφηκε ο Δαβίδ του Μιχαήλ Αγγέλου στη Φλωρεντία και η Γοργόνα στην Κοπεγχάγη; Πρόκειται για νέους τρόπους που η τρομοκρατία χρησιμοποιεί ώστε να σπείρει τον πανικό ή μήπως απέτυχε το πείραμα cern στα γαλλοελβετικά σύνορα; Πόσο ορθή είναι η άποψη ότι κάποιοι εναντιώνονται στις θρησκείες των λαών μόνο και μόνο για να χρίσουν έναν παγκόσμιο δικτάτορα; Και τι ρόλο παίζουν οι μυστικές εταιρίες; Τελικά, πόσο αληθής είναι η άποψη πως ο ίδιος ο πλανήτης, ως αυτοκυβερνώμενος οργανισμός, θέλει ν' απαλλαγεί από το ανθρώπινο είδος;

Το βιβλίο του Νίκου Διακογιάννη "Ο ύπνος των αγαλμάτων" είναι ένα μεταφυσικό θρίλερ, ένα σημειολογικό μυθιστόρημα όπου η αληθοφάνεια των στοιχείων καθιστά την ιστορία πειστική. Ο αναγνώστης ακροβατεί στην κόψη του χρόνου, ενός χρόνου εύπλαστου που κάνει τα σύνορα μεταξύ πραγματικότητας και ονείρου να είναι πλέον δυσδιάκριτα...

Δευτέρα 11 Ιουλίου 2011

"Δήγμα Γραφής -Μια ντουζίνα και τρία διηγήματα"

"Δήγμα Γραφής -Μια ντουζίνα και τρία διηγήματα"
Συλλογή διηγημάτων, δωρεάν ψηφιακή έκδοση, διαδικτυακός τόπος ανοιχτής λογοτεχνίας openbook.

15 εξαιρετικά δείγματα γραφής από 15 ταλαντούχους νέους συγγραφείς. Αξίζει τον κόπο να διαβάσετε τις ιστορίες τους. Θερμά συγχαρητήρια σε όλους τους συντελεστές του βιβλίου!

Πέμπτη 7 Ιουλίου 2011

"Φεύγω", της Κώστιας Κοντολέων

"Φεύγω", της Κώστιας Κοντολέων, εκδόσεις "Ψυχογιός"

Την έξοδό της από τη φυλακή, που έκτισε η ίδια γύρω από τον εαυτό της, υποδηλώνει ο τίτλος του βιβλίου της συγγραφέως, Κώστιας Κοντολέων, «Φεύγω». Η συγγραφέας, με μια συγκλονιστική αφήγηση, που ξεχειλίζει ειλικρίνεια και σκληρή αυτοκριτική, επιχειρεί να εκθέσει στα μάτια του αναγνώστη όλα εκείνα τα γεγονότα που οδήγησαν την ηρωίδα της στον αυτόβουλο εγκλεισμό της, κυρίως ψυχολογικό, ως τη στιγμή που αποφασίζει να ξεφύγει. Πάντα έλεγα, οτι οι περισσότεροι άνθρωποι κτίζουμε οι ίδιοι τις φυλακές, τα τείχη γύρω από τους εαυτούς μας, με υλικά που εξορύξαμε από τις δικές μας ψυχές, άλλοτε για να ικανοποιήσουμε τις επιθυμίες των άλλων, κι άλλοτε, γιατί παγιδευόμαστε σε μια ψευδαίσθηση που μας καταστρατηγεί και μας καταδυναστεύει. Ώσπου ο χρόνος, ο μεγάλος κριτής, έρχεται να μας αποκαλύψει την αλήθεια, όσο οδυνηρή κι αν είναι αυτή.

Αλλά πόση δύναμη στ’ αλήθεια χρειάζεται να επιστρατεύσουμε, για να κάνουμε το πρώτο βήμα προς την ελευθερία;

Ωστόσο, η ηρωίδα της Κώστιας το επιχειρεί και μάλιστα τη πρωτοσυναντάμε, όταν το έχει ήδη αποφασίσει. Όταν είναι έτοιμη ή σχεδόν έτοιμη να καταλύσει –πριν είναι πολύ αργά- τα τείχη που τη χωρίζουν από την ίδια τη ζωή, από τον ίδιο τον εαυτό της, που κάποτε ήταν τελείως διαφορετικός. Αυτή η φυλακή, όπως μαθαίνουμε από την αφηγήτρια, δεν είναι η πρώτη φυλακή από την οποία επιχειρεί να αποδράσει, προηγήθηκαν κι άλλες πολλές. Πρώτα ήταν εκείνη της οικογένειάς της, που της επέβαλε τις επιταγές του καθωσπρεπισμού, τις δήθεν ηθικές νόρμες και τις συμβάσεις της γενιάς της, έπειτα η φυλακή του συζύγου της, ο οποίος, προκειμένου να ικανοποιήσει τα δικά του εγωιστκά ένστικτα, την υποβάλλει σε ένα μόνιμο ψυχολογικό μαρτύριο και, τέλος, εκείνη του παράδοξου εραστή της...

Το βιβλίο της Κώστιας δείχνει το ψυχικό αδιέξοδο μιας γυναίκας, θα μπορούσε να είναι το ψυχικό αδιέξοδο κάθε γυναίκας που ερωτεύτηκε παράφορα, άνευ όρων, και πρόδωσε τα πάντα για τον έρωτα της: την επαναστατικότητα της, τις πεποιθήσεις, την ελευθερία της και όλα τα πιστεύω της, μα πάνω απ όλα τον ίδιο της τον εαυτό.

Το βιβλίο αρχίζει από το τέλος της διαδρομής ή σχεδόν το τέλος της, με την ηρωίδα του, τη Ρόζα, βυθισμένη στις σκέψεις της, να περιμένει το λεωφορείο της «φυγής». Έπειτα, με μια αργή και επώδυνη επιστροφή στο παρελθόν, εξιστορεί, ξετυλίγοντάς σιγά σιγά, όλα εκείνα τα περιστατικά που την έσπρωξαν να πάρει την απόφασή της. Η ηρωίδα θα ήταν μια συνηθισμένη γυναίκα, αν η Κώστια δεν της προσέδιδε όλα εκείνα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που την κάνουν να ξεχωρίζει. Φεύγει, χωρίς συγκεκριμένο σχέδιο, χωρίς να στηρίζεται σε κανένα νέο εραστή, το αντίθετο μάλιστα. Με την αφήγηση-εξομολόγηση, η συγγραφέας ξεδιπλώνει την ψυχή της ηρωίδας της και τα περιστατικά της ζωής της που την έσπρωξαν σε ετούτη την επιλογή. Συνάμα αναδύεται όλο το κοινωνικό πλαίσιο μια εποχής που την γαλουχεί, με τον καθωσπρεπισμό και την υποκρισία που διακρίνει τη γενιά της, που το μόνο που καταφέρνει είναι να καταστρέφει οτιδήποτε αληθινό και να το υποκαθιστά με το κίβδηλο, το εφήμερο και το ρηχό.

Το βιβλίο της Κώστιας είναι ένα ταξίδι αυτεπίγνωσης.

Κάθε νέα φυγή της Ρόζας είναι και ένα σκαλοπάτι προς την αυτογνωσία και ένα βήμα μακριά από τα διλήμματα της εποχής. Σκοντάφτει αρκετές φορές, ώσπου επιτέλους ανακαλύπτει την ύπαρξη του πραγματικού της εαυτού.

Φαίνεται πως πρέπει να φτάσει κανείς στην απόλυτη απελπισία, για να αρχίσει το αναγεννητικό ταξίδι της αυτογνωσίας...

Κυριακή 3 Ιουλίου 2011

"To Φραγκιό", του Μπάμπη Δερμιτζάκη

"Tο Φραγκιό" του Μπάμπη Δερμιτζάκη, εκδόσεις ΑλΔΕ

Μόλις ολοκλήρωσα το βιβλίο του Μπάμπη Δερμιτζάκη, «Το Φραγκιό» και ειλικρινά ένιωσα την ανάγκη να γράψω αυτά τα λίγα για την πολύ αξιόλογη δουλειά του συγγραφέα, όχι μόνο ως ανταπόδοση της δικής του ευγενικής δραστηριότητας- να γράφει, δηλαδή, για όλους εμάς με γενναιοδωρία ψυχής- αλλά γιατί, κλείνοντας το βιβλίο του ένιωσα τόση συγκίνηση και ευφορία που είχα την ανάγκη να διοχετεύσω όλα αυτά τα συναισθήματα σε ένα γραπτό κείμενο.

Οι ιστορίες του Μπάμπη Δερμιτζάκη, σε πρώτο επίπεδο, είναι μικρές ιστορίες καθημερινών ανθρώπων που γνώρισε στο διάβα της ζωής του, κυρίως ενώ βρισκόταν στην πατρίδα του την Κρήτη σε νεαρότερη ηλικία. Φίλοι, γνωστοί από τα παλιά ή απλοί συντοπίτες αποτελούν την πρώτη ύλη, για να ξεδιπλώσει τις αφηγήσεις του. Είναι όμως μια πρώτη ύλη που, παρά τη φαινομενική της απλότητα, είναι ζυμωμένη με ουσιαστικότερα συστατικά και κατορθώνει να μετατρέψει τα πρόσωπα που περιγράφει σε ψυχολογικά πορτραίτα, δίνοντας τους μια διάσταση, σχεδόν μυθική, εξωπραγματκή και αέρινη που συναρπάζει και συγκινεί τον αναγνώστη. Για να το πετύχει αυτό, επιστρατεύει δυο βασικά στοιχεία: τον ρεαλισμό και τη φαντασία και μάλιστα σε ισόποσες δόσεις. Τόσο πετυχημένος και ισορροπημένος είναι αυτός ο συνδυασμός, που ο αναγνώστης αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στην αλήθεια και στο ψέμα, ανάμεσα στο φαντασιακό και το πραγματικό.

Υιοθετώντας τη θέση του παρατηρητή -παρότι συχνά εμπλέκεται και ο ίδιος στις ιστορίες- με αρκετές, θα έλεγα, παρεκβάσεις, που κάθε άλλο παρά αποπροσανατολιστικές είναι, μας δίνει μια σφαιρική εικόνα των ηρώων αυτών, που ο καθένας τους άφησε κάποτε το αχνάρι του στη μνήμη και στην καρδιά του. Με αυτόν τον τρόπο καταφέρνει να μας εισαγάγει στον κόσμο τους και να μας εντάξει σε αυτόν αβίαστα. Έτσι ο αναγνώστης νιώθει πως βρίσκεται εκεί, ανάμεσα στους ανθρώπους που περιγράφει, ακολουθεί την νεκροπομπή της μάνας ή βλέπει το κάτωχρο πρόσωπο του αυτόχειρα νεαρού και θύματος μιας ατελέσφορης αγάπης, ακούει την απεραντολογία του φλύαρου «Φραγκιού», σαν να ήταν απόσταγμα της σοφίας του κόσμου, όπως λεει κι ο συγγραφέας.

Παρά το γλυκόπικρο χιούμορ που κυριαρχεί σε όλες τις ιστορίες, το βιβλίο του Μ. Δ. είναι ένα στοχαστικό βιβλίο, ελεγειακό, θα έλεγα, ένα βιβλίο για την ανθρώπινη αστοχασιά, το ανεκπλήρωτο του έρωτα, το θάνατο αλλά και το αβάσταχτο βάρος του να ζει κανείς με στόχο την ευτυχία. Με απλά λόγια είναι μια ενδοσκόπηση της ανθρώπινης ψυχής, που περιπλανιέται συνεχώς, για να πετύχει αυτό που της έχουν υπαγορεύσει : την κατάκτηση του έρωτα, της ομορφιάς, της συμφιλίωσης με την απώλεια και το θάνατο. Όχι, δε θα προδώσω περισσότερα για τις ιστορίες του φίλου μου Μπάμπη, ούτε τους υπόλοιπους ήρωές του, θα αφήσω σε σας να τους ανακαλύψετε, γιατί στα αλήθεια αξίζει τον κόπο να διερευνήσετε μόνοι σας τον αφηγηματικό του κόσμο. Συγχαρητήρια, Μπάμπη! Να γράφεις πιο τακτικά!

Πέμπτη 26 Μαΐου 2011

Ο Ελληνισμός της Αιγύπτου στο "Αξιον Εστί" του Βασ. Βασιλικού

Από τη συνέντευξή μου στην εκπομπή του Βασ. Βασιλικού "Αξιον Εστί" το Φεβρουάριο του 2011, αφιερωμένη στον πλούσιο πολιτισμό του Ελληνισμού της Αιγύπτου.