Μια ιστορία μου αναδημοσιευμένη από το ethnos.gr.
(εμπνευσμένο από ένα απόσπασμα του μυθιστορήματος του Μπ. Ταχερ, Όαση στο Ηλιοβασίλεμα)

Έκλεισε το ραδιόφωνο, δεν ήθελε να ακούει άλλο
τις ειδήσεις, ούτε να ανασκαλεύει άλλο τον πόνο. Μέρες τώρα αναμασιούνται τα
ίδια και τα ίδια λες και θα άλλαζε τίποτα. Το τηλέφωνο δε σταμάτησε να κτυπά,
λες και οι φίλοι και οι γνωστοί δεν γνώριζαν. Ο ίδιος τα έζησε από πρώτο χέρι
και δυστυχώς, όχι μόνο μια φορά. Ένιωσε την απελπισία στο πετσί του, την αηδία
της κατάστασης ξανά και ξανά. Επιπλέον ήταν εξαντλημένος και άυπνος. Δυο
ολόκληρες νύχτες είχε να κοιμηθεί, τρεις μέρες είχε να βάλει μπουκιά στο στόμα
του. Μόνο κάπνιζε, όλο κάπνιζε.
Το χαμόγελο της ξεθώριαζε μόλις
απομακρυνόταν από το δωμάτια που άχνιζε πια τη μυρουδιά της κλεισούρας. Είχε
σχεδόν μετακομίσει στο σπίτι του για να φροντίζει τα παιδιά, αφού η γυναίκα του
δούλευε ως αργά και στην κατάσταση της δεν μπορούσε να φροντίσει μόνη τα
κορίτσια, αυτό του είχε πει, αλλά εκείνος ήξερε πως φοβόταν για την ψυχική του
υγεία. Τον ήξερε καλά. Άλλωστε, μέσα στην απελπισία του είχε κάνει το λάθος να
της φωνάξει για κάποια ανόητη πράξη που σκόπευε να κάνει και εκείνη
έντρομη, τα άφησε όλα και έτρεξε κοντά του.
Το βλέμμα του στράφηκε πάλι σε εκείνο το
αστέρι που τον είχε κρατήσει ξάγρυπνο της προηγούμενες νύχτες, τρεμόσβηνε πάλι
εκνευριστικά. Σκέφτηκε να σηκωθεί και να κλείσει το ελεεινό παράθυρο, αλλά
δεν το έκανε, μόνο συνέχιζε να το κοιτά με δυο ορθάνοιχτα μάτια. Ένιωθε
εξαντλημένος, ματαιωμένος, εντούτοις το εκτυφλωτικό φως τον δυσκόλεψε πάλι να
κλείσει μάτι. . Η παλμική αυτή κίνηση, σαν μια εκτυφλωτική φωτεινή επιγραφή που
αναβόσβηνε γρήγορα μεταφράστηκε σε κάτι σαν βόμβο − ή μήπως ήταν οι κτύποι της
καρδιάς του; Πόσο παράδοξο είναι στ’ αλήθεια όταν μια αίσθηση μετατρέπεται σε
εικόνα κι αυτή με τη σειρά της σε ηχητική παράσταση! Ρυθμικός παλμός, γρήγορος,
σχεδόν εξουθενωτικός έκανε τη καρδιά του να θέλει να αποδεσμευτεί από το σώμα
και να ταξιδέψει μακριά, πολύ μακριά. Στο παρελθόν ίσως, μάλλον στο παρελθόν.
Mια ακόμα μετάφρασή μου από τον Νομπελίστα Ναγκίμπ Μαχφούζ κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός.Η ελληνική διασπορά ανά τους αιώνες τροφοδότησε και τροφοδοτεί την ανθρωπότητα με ισχυρά πνεύματα, αληθινούς διανοούμενους, Έλληνες που μας έχουν κάνει περήφανους και διακρίνονται στον χώρο του πολιτισμού και των γραμμάτων.
Δεν είναι συμπτωματικό που στις παρυφές του ελληνισμού αναπτύσσονται τόσο ισχυρές δυνάμεις ικανές να αμυνθούν σε ό,τι κλόνιζε ή κλονίζει την πολιτιστική αυθυπαρξία του λαού μας. Ίσως η χιλιομετρική απόσταση από την πατρίδα, ίσως το γεγονός ότι κουβαλούν μέσα τους τα πιο υγιή στοιχεία του πολιτισμού μας, που ατόφια τα μεταφέρουν από γενιά σε γενιά, ίσως ακόμα η ευθύνη να αποκαθιστούν και να καταξιώνουν την βιολογική τους πατρίδα κάνει τους ομογενείς μας τους πιο ευαίσθητους δέκτες και αναπαραγωγείς πολιτισμού.
Η Πέρσα Κουμούτση ανήκει σ’ εκείνη την κατηγορία των διανοουμένων που είχαν την τύχη να γεννηθούν και να γαλουχηθούν στην ελληνική ομογένεια της Αιγύπτου η οποία, αιώνες πίσω, υπήρξε φωτοδότης του παγκόσμιου πνευματικού στερεώματος.
Οι Έλληνες της Αιγύπτου, όπως όλοι γνωρίζουμε, μια που στη μικρή μας κοινωνία έχουν επιλέξει να ζουν αρκετοί, είναι διανοούμενοι εξ απαλών ονύχων. Πνεύματα φωτεινά, πολυγνώστες, άνθρωποι δημιουργικοί, ανήσυχοι, πρωτοπόροι, διαθέτουν ιδιαίτερη πολιτιστική φυσιογνωμία και διακρίνονται με ό,τι κι αν ασχοληθούν.
Η κα. Πέρσα Κουμούτση έχει καταγεγραμμένες τις περγαμηνές της, καθώς διαθέτει εξαιρετικές σπουδές και σημαντικό μεταφραστικό έργο, που περιλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος των βιβλίων του Αιγύπτιου νομπελίστα Ναγκίμπ Μαχφούζ, καθώς και αραβική ποίηση.
Τιμήθηκε από το αιγυπτιακό κράτος το 2006 για την προσφορά της και τη συμβολή της στην προώθηση της αιγυπτιακής και της αραβικής λογοτεχνίας. Για το μεταφραστικό της έργο, τιμήθηκε με το διεθνές βραβείο Καβάφη.
«Οι Χάρτινες Ζωές», το πιο πρόσφατο μυθιστόρημά της, διαβάζεται κυριολεκτικά απνευστί. Η θηλυκή παρουσία κρατά τον βασικό ρόλο στο έργο της, που με το περιτύλιγμα του μυθιστορήματος, παρουσιάζει ένα ψυχογράφημα της Ελληνίδας του 20ου αιώνα σε διάφορες ιστορικές στιγμές.
Η Μαριάνθη, η νεαρή μικρασιάτισσα, που μέσα από έναν φοβερό ξεριζωμό , θυσίασε το ‘θέλω’ για τα ‘πρέπει’ της μικροαστικής ελληνικής κοινωνίας. Έμαθε να συμβιβάζεται μαζί με τις μνήμες από την Ιωνία και εκείνες για τον μεγαλύτερο έρωτα της ζωής της.
Η Μέλπω ή αλλιώς η Βικτωρία η αριστερή, η ασυμβίβαστη, η γεννημένη επαναστάτρια ως θύμα ενός συντηρητικού καθεστώτος φεύγει για τη Σοβιετική Ρωσία, όπου βιώνει την απόλυτη ευτυχία για να βουλιάζει μέχρι το τέλος της ζωής της , που εκείνη επέλεξε, στη μοναξιά.
Και η Ανθή, που τυπικά είναι η πρωταγωνίστρια, αφού οι ρόλοι δεν είναι ξεκάθαρα διανεμημένοι.
Η Ανθή παρουσιάζεται πραγματικά ως η μόνη από τις τέσσερις γυναίκες του βιβλίου που καθυστερεί να κάνει την επανάστασή της στα ταραγμένα χρόνια της επταετίας στην Ελλάδα που νοσταλγεί την πρόοδο αλλά βιώνει την απόλυτη συντήρηση. Η τόσο ταραγμένη και δυστυχισμένη ζωή της γιαγιάς της Μαριάνθης όσο και της μητέρας της Βικτωρίας συνέθλιψαν συναισθηματικά την Ανθή και στη νιότη αλλά και στην ωριμότητά της. Ενοχική, δίχως ασφαλές γυναικείο πρότυπο αιφνιδιάζει τον αναγνώστη με τις αντιδράσεις της.
Ο έρωτας πλανιέται στην ατμόσφαιρα, άλλοτε ως πηγή ευτυχίας και άλλοτε ως τραγικός πρωταγωνιστής. Αξίζει άραγε κανείς ν’ αγαπά και να θυσιάζεται για την αγάπη του;
Δεν πρόκειται για φεμινιστικό βιβλίο αλλά για βαθιά ανθρώπινο έργο που απλά επιβεβαιώνει την αλήθεια πως η ελευθερία και η αξιοπρέπεια αποτελούν βασικά αγαθά, πυλώνες της αυτοσυνειδησίας ίσως και της ευτυχίας.
Η πολύ ευαίσθητη χρήση της ελληνικής γλώσσας αλλά το ιδιαίτερο ύφος που έχει διαμορφώσει, κάνουν την συγγραφέα μας ξεχωριστή, μια ελληνίδα λογοτέχνιδα που διαβάζουμε και θα διαβάζουμε στο μέλλον με ιδιαίτερη χαρά και ικανοποίηση.