Δευτέρα 25 Μαρτίου 2013

"Λόγος Αποσπασματικός περί του Θείου Έρωτος", του Στέφανου Ροζάνη

Με τον Καθηγητή φιλοσοφίας Στέφανο Ροζάνη για το βιβλίο του: "Λόγος Αποσπασματικός περί του Θείου Έρωτος", εκδ. Ψυχογιός
Για την διαφορετικότητα, για την εφικτή και ουτοπική διάσταση του ανθρώπου, για την πνευματική αξίωση της Ελευθερίας κι άλλα πολλά. 
Αξίζει να τον ακούσετε!  "Διαβάζοντας στο διαδίκτυο" στον IlioupolisOnline

Τετάρτη 13 Μαρτίου 2013

"Κλέφτες κι Αστυνόμοι" στο IlioupolisOnline

Αφιέρωμα στην Αστυνομική λογοτεχνία με αφορμή την έκδοση του συλλογικού έργου με τίτλο "Κλέφτες και αστυνόμοι",  εκδόσεις Ψυχογιός έγινε στις 9.3.2013 στην εκπομπή "Διαβάζοντας στο Διαδίκτυο" στο web radio IlioupolisOnLine.

Πατήστε εδώ κι ακούστε ηχογραφημένη την εκπομπή όπου οι συγγραφείς Φίλιππος Φιλίππου και Γιάννης Ράγκος κουβεντιάζουν μαζί μου για το συγκεκριμένο βιβλίο αλλά και την αστυνομική λογοτεχνία γενικότερα.




Παρασκευή 21 Δεκεμβρίου 2012

Χάρτινες Ζωές - Ανάγνωση της Πέρσας Κουμούτση

Της Πωλίνας Γουρδέα, από το Vakxikon.gr
 
Χάρτινες Ζωές, Μυθιστόρημα, Πέρσα Κουμούτση, Εκδόσεις Ψυχογιός, 2012
 
Τα ίχνη που αφήνουν οι ζωές πάνω στο χαρτί καθορίζουν την πλοκή ενός μυθιστορήματος. Κατά κανόνα, οι συγγραφείς αποτυπώνουν εμπειρίες ζωής μεταμορφώνοντας πρόσωπα, πράγματα και καταστάσεις που ξετυλίγονται στις σελίδες ενός βιβλίου. Έτσι λοιπόν, έχουμε την καθοριστική κίνηση του πραγματικού προς το ουτοπικό και αντιστρόφως, συμπλέκοντας σφαίρες αλληλοεκχωρούμενες. Διαβάζοντας το μυθιστόρημα της Πέρσας Κουμούτση Χάρτινες Ζωές ανακαλύπτει κανείς πως για τις ανάγκες της μυθοπλασίας ο άνθρωπος γίνεται λαθροθήρας άλλοτε σπαρακτικών και άλλοτε αποτροπιαστικών ιστοριών. Τα κεντρικά πρόσωπα του βιβλίου είναι γυναίκες, θεματοφύλακες της οικογένειας, θεμέλια των οίκων που κατοικούν και θύματα οικτρά ηττημένα από προσωπικές επιλογές και ιστορικές συγκυρίες. Οι γυναίκες αυτές αποτελούν μια σειρά γενεών, η γιαγιά, η μάνα, η κόρη, με ζωές σχεδόν επαναλαμβανόμενες μέσα στο χρόνο, πραγματώνουν έναν φαύλο κύκλο ανελευθερίας και μοναξιάς.

«Έχει ιδιαίτερη γοητεία το να καταδυθεί κανείς στο άδυτο των σπιτιών, γιατί το καθένα από αυτά κρύβει τη δική του ιστορία, τα δικά του μυστικά· κι άλλοτε λειτουργεί ως άσυλο και καταφύγιο για τους ενοίκους του, άλλοτε σαν φυλακή με πανύψηλους κι απροσπέλαστους τοίχους. Αλλά ποιος μπορεί να πει, ποιος μπορεί να ξέρει εκ προοιμίου τι είδους σχέση είναι αυτή που θα αναπτύξει με το χώρο του;» (1).  

Ρίχνοντας λοιπόν, μια κλεφτή ματιά μέσα στην ιστορία αυτών των γυναικών συνειδητοποιούμε ότι η αλήθεια μιας ζωής, όπως επίσης, και οι επιλογές που γίνονται μέσα στο χρόνο, τις περισσότερες φορές, αποτελούν το έναυσμα μιας προκαθορισμένης πορείας.

Η ανάδυση της αλήθειας της ζωής της γιαγιάς Μαριάνθης αποκαλύπτει τα μυστικά της μεταγενέστερης Ανθής και αυτό αποτελεί το κλειδί της πλοκής αυτού του μυθιστορήματος, που έχει ως κεντρικό θέμα την έννοια της ελευθερίας της γυναίκας μέσα στο χρόνο. Έντονο στοιχείο του μυθιστορήματος αυτού είναι η εξομολογητική ένταση των περιγραφών της ψυχικής κατάστασης των ηρώων, που δίνει την αίσθηση του επείγοντος, με μια δόση απολογητικής χροιάς, σαν ν’ αρθρώνονται ενώπιον ενός αφανούς κριτή από το πόρισμα του οποίου κρίνεται η αθωότητά τους μέσα στην πορεία του χρόνου.

«Έμοιαζε σαν να είχε κλειδωμένο σε ένα μικρό κλουβί ένα υπέροχο, σπάνιο πουλί που στόλιζε τη ζωή της, ένα πλάσμα μαγικό το οποίο φρόντιζε με όλη της τη νεανική, εγωιστική αγάπη, και που της ανήκε αποκλειστικά, αφού μόνο εκείνη είχε το ξεχωριστό δικαίωμα να το βλέπει, να το αγγίζει και να απολαμβάνει το υπέροχο κελάηδημά του» (2).

Οι αρετές αυτή της σύλληψης, δηλαδή γυναικών που ομολογούν: «Αλλά τότε, όπως σου είπα, Ανθή μου, τα χρόνια ήταν δύσκολα. Πολύ δύσκολα. Και δεν ήταν καθόλου εύκολη υπόθεση να ξεφύγει μια κοπέλα από τον κλοιό της οικογένειας, γιατί πέρα απ’ όλα τα άλλα, είχε να αντιπαλέψει με τους δικούς της ανθρώπους» (3) πηγάζουν από το απλό γεγονός ότι η αφηγήτρια δεν οφείλει εξηγήσεις σε κανέναν παρά μόνο στη γενιά που έρχεται. Η Πέρσα Κουμούτση, στη δύσκολη αυτή καμπή, θα κάνει ένα απίθανο άλμα καταδικάζοντας τις ηρωίδες της σε ισόβια πλήξη με μόνη διαφυγή την προσπάθεια προειδοποίησης των επερχόμενων γενεών. Εκεί βρίσκεται και η ανάφλεξη του καλλιτεχνικού σπινθήρα του συγκεκριμένου λογοτεχνικού έργου. Απέναντι στον μονότονο συναισθηματισμό, το μυθιστόρημα αντιπαραθέτει την ανάγκη για εξομολόγηση με σκοπό τη διαφύλαξη της προσωπικής ελευθερίας, δηλαδή του ζωτικού χώρου ύπαρξης. Είναι ακριβώς εξαιτίας αυτής της ανάγκης για ελευθερία που η υπέρβαση του «οικογενειακού λάθους» φανερώνεται ως εικονοποιία, ως εικόνα του ουσιώδους στοιχείου στην ιστορία της αφήγησης. Η επιθυμία για συναισθηματική ολοκλήρωση συνήθως οδηγεί στην συνειδητοποίηση ότι η ελευθερία χωρίς την πειθαρχία δεν μπορεί να υπάρξει. Και τότε είναι που ανακαλύπτει κανείς ότι η ελευθερία είναι ένα όνειρο που οι άλλοι δεν μπορούν ποτέ να σου κλέψουν.

«Η πραγματική ελευθερία βρίσκεται στην αυτοσυνείδηση, στην επίγνωση που αποκτά κανείς με τα χρόνια· αλλά κυρίως βρίσκεται στη συναισθηματική μας ολοκλήρωση» (4).

Παραπομπές:
1. Πέρσα Κουμούτση, Χάρτινες Ζωές, σελ.27, εκδόσεις Ψυχογιός, Αθήνα 2011
2. ό.π., σελ. 53
3. ό.π., σελ. 32
4. ό.π., σελ. 310

Τετάρτη 19 Δεκεμβρίου 2012

"Κάτοικος Μεταξουργείου: Ημερολόγιο κρίσης", Δημήτρης Τριανταφυλλίδης, εκδόσεις Επίκεντρο



Είναι κοινός τόπος ότι η λογοτεχνία ανέκαθεν καθρέφτιζε την κοινωνία και την εποχή κατά την οποία γράφεται. Δεν νοείται τέχνη που να αποστασιοποιείται από τα προβλήματα τα οποία απασχολούν το σύνολο των ανθρώπων σε μια δεδομένη κεφαλαιώδη στιγμή. Η ίδια η ιστορία μας απέδειξε, ότι κάθε φορά που η πολιτική και κοινωνική κατάσταση μετασχηματίζεται, συνοδεύεται και από ένα νέο λογοτεχνικό ρεύμα. Άλλωστε οι ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες ανέκαθεν αποτελούσαν κύρια πηγή έμπνευσης σημαντικών συγγραφέων της ιστορίας της λογοτεχνίας, αφού αυτές, όχι μόνο παίζουν καταλυτικότατο ρόλο στις επιλογές και τη ζωή των ανθρώπων, αλλά σε ένα πολύ μεγάλο βαθμό διαμορφώνουν την ιδεολογία τους. Στη σημερινή Ελλάδα, η αμφισβήτηση των αξιών, της ίδιας της ανθρώπινης αξιοπρέπειας με την όλο και αυξανόμενη ανεργία, η κοινωνική αδικία, η διαφθορά, η έλλειψη αξιοκρατίας και άλλα φαινόμενα διαμορφώνουν επίσης ένα νέο τοπίο το οποίο καθορίζει νέες συντεταγμένες και επιβάλλει νέες τάσεις σε ότι αφορά την λογοτεχνία και τη θεματολογία της. Όλα αυτά λειτούργησαν ως σπερματογόνες ουσίες, που προκάλεσαν την σύλληψη και, εν τέλει, την κυοφορία ενός θαυμάσιου έργου: Το Ημερολόγιο κρίσης του Δημήτρη Τριανταφυλλίδη. 
 
Ήξερα εκ προιμίου- γνωρίζοντας την ασυμβίβαστη φύση του, την ορμητικότητα, την ιδιοσυγκρασία του, τον καυστικό πλην μεστό και καίριο λόγο του, ότι επρόκειτο να διαβάσω ένα βιβλίο με «πυγμή» που θα με άφηνε το αποτύπωμά του στο σύγχρονο λογοτεχνικό προσκήνιο, αλλά πιστέψτε με, το αποτέλεσμα ξεπέρασε τις προσδοκίες μου. 

Το βιβλίο του Δ.Τ. "Κάτοικος Μεταξουργείου: Ημερολόγιο κρίσης" είναι ακριβώς αυτό που υπαινίσσεται ο τίτλος του. Ένα ημερολόγιο, μια καταγραφή σκέψεων και προβληματισμών, όπου η κάθε εγγραφή, η κάθε ενότητα αποτελεί και μια πτυχή του συνολικού τοπίου της σύγχρονης κοινωνίας μας, ιδωμένη από την ιδιαίτερη κριτική ματιά του συγγραφέα. Αλλά ο Δ.Τ. δεν αναπαριστά, ούτε αναπαράγει συμβατικά μια αποκρουστική  πραγματικότητα, που λίγο ως πολύ είναι γνωστή σε όλους μας, ή τουλάχιστον σε εκείνους που αρνούνται να εθελοτυφλούν. Δεν το πετυχαίνει δηλαδή ανασυνθέτοντας ή παραθέτοντας συμβατικά τις πικρές αλήθειες, αλλά βυθίζοντας το μαχαίρι βαθιά στην πληγή, ανατέμνοντας εκ νέου την αλήθεια για να δημιουργήσει τις ψηφίδες μιας ολοκληρωμένης εικόνας που η ευκρίνειά της μας σοκάρει. Δεν είναι, δηλαδή, μια επιφανειακή ή επιδεικτική προσπάθεια αναπαράστασης της, αλλά μια εκ νέου αναγέννησης, μέσω της οποίας μας την ανασυστήνει, αφυπνίζοντας την ίδια στιγμή τις συνειδήσεις των αναγνωστών του. 

Μέσα από τις ενότητες του βιβλίου και με τη συνέργεια ενός δυνατού, εκλεπτυσμένου λόγου ερχόμαστε πρόσωπο με πρόσωπο με την πικρή αλήθεια που κυριαρχεί στη σύγχρονη Ελλάδα, την Ελλάδα της οικονομικής κρίσης και του Μνημονίου. Της Ελλάδας της διαφθοράς και του τυχοδιωκτισμού, της κοινωνικής αδικίας, της φοβίας για οτιδήποτε το διαφορετικό ή αλλότριο. Της φτώχειας και της εξαχρείωσης, της μισαλλοδοξίας, της πολιτικής- και όχι μόνο- αναλγησίας, τον ναρκισσισμό και τον παραλογισμό της εξουσίας- οποιασδήποτε μορφής εξουσίας, κι όχι μόνο της πολιτικής.

Θα έλεγα πως το βιβλίο αυτό είναι μια κραυγή αγανάκτησης για τα όσα καταστρέψαμε, υπονομεύσαμε, αλλοτριώσαμε και προδώσαμε. Ένα ξεγύμνωμα του εαυτού μας. 
Παραθέτω ενδεικτικό απόσπασμα « Σε λίγες μέρες η δημοκρατία μας κλείνει τα 37. Δεσποινίς ετών 37, ανύπανδρη και άπροικη. Ανύπανδρη, γιατί τελικά δεν κατόρθωσε να παντρευτεί την αξιοκρατία, την κοινωνική δικαιοσύνη, την πρόοδο. Άπροικη γιατί το λιλιπούτιο κληροδότημά της σκεπάζεται ήδη από τον κουρνιαχτό της κατάρρευσης του άθλιου διεφθαρμένου εξαρχής οικοδομήματος που έφτιαξε». Ενώ στο μετέωρο βήμα της ελληνικής διανόησης, γράφει, «μετεωριζόμενη στο ένα πόδι, η ελληνική διανόηση υποδέχτηκε μεν τη κρίση που ξέσπασε στο οικονομικό πεδίο, αποκάλυψε δε τη γύμνια την διαφθορά του κοινωνικού μοντέλου που εγκαθιδρύθηκε στη χώρα τον καιρό της μεταπολίτευσης.»

Αλλά ο Δ.T. δεν σταματά εκεί, θίγει την χαμένη τιμή της ελληνικής δημοσιογραφίας που δεν υπερασπίστηκε την ελευθεροτυπία, τον εκδοτικό χώρο που ζέχνει από την προχειρότητα και την μετριότητα , την αριβιστική πρακτική του κορπορατικού συνδικαλισμού, την άνοδο της ακροδεξιάς, το βόλεμα και το ξεπούλημα των συνειδήσεων, το βαθύ και αγεφύρωτο ρήγμα ανάμεσα στις γενιές, τη βία στη σύγχρονες κοινωνίες, τη ξενοφοβία, την έλλειψη πνευματικής καλλιέργειας και πνευματικότητας, την ημιμάθεια, τη αποξένωση, την επίπλαστη αίσθηση της ανθρώπινης επαφής μέσω του διαδικτύου και άλλα πολλά.
Ειδικά με συνάρπασαν οι τελευταίες ενότητες του βιβλίου, όπου η στοχαστική διάθεση του συγγραφέα γίνεται πιο έντονη, η γλώσσα πιο γλαφυρή ενώ η δηκτική του ματιά μαλακώνει αισθητά, συμπαρασύροντας τον αναγνώστη σε μια συναισθηματική ανάταση, συγκινησιακή ευφορία.  

Και ο Δ.Τ. καταλήγει στην τελευταία και πιο συγκλονιστική ενότητα, που τιτλοφορεί: Ο έρωτας στα χρόνια της κρίσης, αποχαιρετώντας τον αναγνώστη του με μα τρυφερή και αισιόδοξη νότα. «Και εκεί, στα ερωτευμένα βλέμματα αχνοφέγγει η ελπίδα για το αύριο. όσο υπάρχουν κορμιά που ποθούν το ένα το άλλο, όσο υπάρχουν ψυχές που ερωτεύονται, όσο υπάρχει το ένσημο της επαφής, τίποτα δεν χάθηκε. Ο μεταβολισμός του έρωτα είναι μια χειρονομία τρυφερή, με την οποία ο άνθρωπος καταβάλει το αντίτιμο της μεταφοράς στο πορθμείο της αθανασίας».

Πέμπτη 13 Δεκεμβρίου 2012

Στο "IilioupolisonAir" με την Αργυρώ Μαντόγλου



TΟ Σάββατο  22/12 και ώρα 12.00 μ.μ., η συγγραφέας Αργυρώ Μαντόγλου θα βρίσκεται μαζί μου στο στούντιο του διαδικτυακού ραδιοφώνου IlioupolisOnAir και στα πλαίσια της εκπομπής "Διαβάζοντας στο διαδίκτυο" για να μιλήσουμε για το νέο της μυθιστόρημα "Λευκή Ρεβάνς". Θα χαρώ να συντονιστείτε μαζί μας και να μας ακούσετε! 

Λίγα λόγια για το βιβλίο
Ένας άντρας που θέλει να αλλάξει πρόσωπο επισκέπτεται μια πλαστική χειρουργό, αφήνοντας πίσω του ένα όπλο σε μια χαρτοσακούλα μια τηλεφωνήτρια βρίσκει στο μετρό ένα φάκελο που περιέχει ενδείξεις για το δολοφόνο της αδελφής της ένας ρακοσυλλέκτης μαζεύει χαρτιά με φωνήεντα διαμαρτυρίας ένας βετεράνος μισθοφόρος της Λεγεώνας των Ξένων δίνει μαθήματα ζωής μια συνταξιούχος γίνεται άστεγη από επιλογή και ένας περιθωριακός αποστηθίζει ατάκες του Μπόγκαρτ για να κερδίσει τη θέση του στον κόσμο, κι ακολουθεί τα βήματα μιας ξενιτεμένης χορογράφου που τον οδηγεί στους ρυθμούς του πάθους. Πρόσωπα αφοπλισμένα και άλλοτε οπλισμένα με τη δύναμη «της τρέλας και της αδυναμίας» κουβαλούν τα μυστικά τους, κρατώντας τα ενίοτε κρυφά και από τον ίδιο τους τον εαυτό. Με μότο «ζω από τύχη, αγαπώ κατ’ επιλογήν, μεταμορφώνομαι καθ’ έξιν», στροβιλίζονται στη δίνη της αμοραλιστικής δεκαετίας που διανύουμε.
Σ’ αυτό το ανατρεπτικό μυθιστόρημα με φόντο το «Δρομέα» των Αθηνών, το Μάτι του Λονδίνου και τον γαλλικό Νότο, καθημερινές ακρότητες και παραδοξότητες πυροδοτούν τα πρόσωπα που εισβάλλουν στις λεωφόρους των μητροπόλεων σαν σε πίστες θανάτου

Τρίτη 30 Οκτωβρίου 2012

Στιγμιότυπα από ένα ταξίδι και ένα Συνέδριο

  Στιγμιότυπα από ένα ταξίδι και ένα  Συνέδριο στο πανεπιστήμιο της Αγίας Πετρούπολης   (Mαζί με καθηγητές και φοιτητές του τμήματος Ασιατικών και Αφρικανικών σπουδών)

Τρίτη 4 Σεπτεμβρίου 2012

Τζέραλντ


της Πέρσας Κουμούτση
(αναδημοσίευση από τον Ελεύθερο Τύπο της 13/8/2012)

Μια ολόκληρη ζωή χώρεσε σε εκείνο το σύντομο, αλλά περιεκτικότατο μήνυμα των πέντε γραμμών. Είκοσι πέντε περίπου χρόνια γεμάτα, προσδοκίες, όνειρα, αγάπη, έρωτα, απογοητεύσεις, θάνατοι οικείων και μη ανθρώπων, επιτυχίες και αποτυχίες, όλα συνοψίστηκαν επιγραμματικά σε πέντε μόλις γραμμές. Ήξερε πως το πιθανότερο αδικούσε τη ζωή που διένυσε όλα αυτά τα χρόνια, στριμώχνοντας τη μέσα στα στενά αυτά όρια του φτωχού κειμένου που θύμιζε απλή απαρίθμηση των σημαντικότερων γεγονότων της. Αλλά αυτή δεν ήταν στ’ αλήθεια η ζωή της, που μάταια προσπάθησε να την εξωραΐσει στα μάτια των άλλων; Τα χέρια της έτρεμαν πάνω στα πλήκτρα, η καρδιά της βροντοχτυπούσε έτοιμη να ξεριζωθεί από τη θέση της από τη λαχτάρα. Είκοσι πέντε ολόκληρα χρόνια περίμενε αυτή την παύση του χρόνου, όπου θα έβρισκε ξανά τα ίχνη του, για να του πει, για να του αποδείξει πως και χωρίς τη δική του παρουσία, χωρίς τη δική του αρωγή, τα είχε καταφέρει.
Αυτά ήθελε να του γράψει; ή μήπως κατά βάθος έλπιζε στο θαύμα της επιστροφής και της συνένωσης με τον μεγάλο έρωτα της ζωής της; Αλλά πώς χώρεσαν στ’ αλήθεια όλα αυτά σε λίγες μόλις αράδες..!  αναρωτήθηκε πάλι.
Όμως, το πιο παράδοξο δεν είναι ότι οι ζωές μας χωρούν τόσο εύκολα σε ένα τόσο δα μικρό ραπόρτο των πέντε ή δέκα γραμμών- εδώ χωρά σε μια και μόνο αράδα πάνω σε μια ταφόπλακα, «Γεννήθηκε το… απεβίωσε το…» Ούτε ότι συμπιέζεται, συνθλίβεται ουσιαστικά σε μια χούφτα άψυχων, ξερακιανών και άνευ ουσίας λέξεων, αλλά ότι έλαβε σχεδόν αμέσως την απάντησή του και μάλιστα το ίδιο απόγευμα. Και όχι μόνο αυτό, αλλά παραδέχτηκε χωρίς προλόγους και περιστροφές πως συχνά τη σκεφτόταν και πως στη Νέα Υόρκη, που πρόσφατα  είχε ταξιδέψει για ένα συνέδριο την αναζήτησε στον τηλεφωνικό κατάλογο, καταλήγοντας: ‘Πάντα ήξερα πως ήθελες να φύγεις για την Αμερική. Ήταν κι αυτό ένα από τα μεγάλα σου όνειρα, έτσι δεν είναι;’
Όνειρα μια μαγική, παραπλανητική λέξη, που οδηγεί στην ψευδαίσθηση κι όμως τόσο ελκυστική, ενέχει μαγεία, μέθη, ζάλη και ελπίδα, προπαντός ελπίδα.  
Ακολούθησαν κι άλλα μηνύματα που αφορούσαν στα παλιά, στο παρελθόν με ρυθμούς γρήγορους, καταιγιστικούς; ‘Θυμάσαι εκείνο το καλοκαίρι στο μικρό χωριό της βόρειας Ιταλίας; Τότε που πρωτογνωριστήκαμε σε εκείνο το μπαράκι του ειδυλλιακού νησιού; Όταν πρωτοφιληθήκαμε στην εσοχή του βράχου; Το κρύο που φάγαμε στο κατάστρωμα του πλοίου, επιστρέφοντας; Όταν ταξιδέψαμε μαζί στην Ευρώπη; Η δική σου ήταν η πρώτη φορά, το θυμάμαι ακόμα… Τότε που ψάχναμε για φτηνό φαγητό, για φτηνά δωμάτια. Την πρώτη μας ερωτική συνεύρεση στο τραίνο. Τα εκατόν πενήντα δολάρια που είχαμε όλα κι όλα στην τσέπη μας.. Έπειτα, τις επιστολές που ανταλλάζαμε για έναν ολόκληρο χρόνο, οι υπολογιστές δεν ήταν ακόμα τόσο διαδεδομένοι. Ύστερα, το δεύτερο μεγάλο μας ταξίδι μαζί, η γνωριμία σου με τους δικούς μου, τα μεταχειρισμένα έπιπλα που ψάχναμε στις άθλιες εκείνες αποθήκες, η γκαρσονιέρα στη μικρή επαρχιακή πόλη έξω από το Λονδίνο. Τότε που ανακοινώσαμε στους δικούς μας ότι θα παντρευτούμε…
Και εκείνη χαμογελούσε, επιβεβαίωνε και επαύξανε, ενώ οι κτύποι της καρδιάς της ανέβαιναν επικίνδυνα με την υποψία πως ίσως ξαναγεννιόταν μετά από όλα αυτά τα χρόνια ο παλιός, ο μεγάλος κι ανεκπλήρωτος έρωτάς της. Τόσο σύντομος σε ουσιαστική διάρκεια, κι όμως τόσο καθοριστικός στη δική της ζωής.
Λίγες μέρες αργότερα, αφού συμπληρώθηκαν τα κενά του παρελθόντος, τόλμησε εκείνο το  τηλεφώνημα που αφορούσε στο παρόν, στο σήμερα, στο προκείμενο.
« Γεια σου, Σοφία! Χαίρομαι που σε ακούω.»
«Με κατάλαβες, λοιπόν.»
«Φυσικά. Αν και δεν περίμενα να μου τηλεφωνήσεις.»
«Στο τελευταίο μήνυμα σου μου έγραψες το τηλέφωνό σου.…»
«Ναι, ναι, έχεις δίκιο. Πάντως, χαίρομαι που σ’ ακούω, είναι αλήθεια». της είπε με ειλικρίνεια, αλλά και με μια αδρή δόση αμηχανίας.
«Δεν ξέρω αν έκανα καλά, αλλά λαχταρούσα να σε ακούσω μετά από τόσα χρόνια.» Αποφάσισε  να είναι ειλικρινής.
«Ελπίζω να είσαι καλά, Σοφία»
«Ναι, είμαι καλά, ειδικά τώρα που σ΄ ακούω». Το μετάνιωσε. Είχε βιαστεί, άραγε πόσο επιπόλαιη ακούστηκε στα αφτιά του;
«Ευτυχισμένη;»
 Παύση σιωπής.
«Σε ρωτώ, αν είσαι ευτυχισμένη». Υπήρχε μια μικρή δόση ανυπομονησίας στη φωνή του.
«Εσύ;»
«Διεκδικείς τη σειρά μου στην απάντηση. Δεν είναι σωστό…» γέλασε, γεμίζοντας τη καρδιά της αισιοδοξία, που όμως ξεθύμανε στη στιγμή όταν άκουσε την αμέσως επόμενη φράση του, «Είμαι παντρεμένος».
 Όχι, όχι δεν το διατύπωσε έτσι ακριβώς.
«I m happily married…» της είπε αφήνοντάς τη άφωνη για λίγες στιγμές. Της φάνηκε μάλιστα σαν να άκουσε ατάκα από παλιά αμερικανική ταινία.
 «Α, ναι; Δεν μου το έγραψες ποτέ..»
 «Δεν πρόλαβα… Άλλωστε είχαμε τόσα κενά να καλύψουμε. Ένα ολόκληρο παρελθόν.»
«Πότε;»
«Πότε, τι;»
 «Πότε παντρεύτηκες;»
Τι σημασία είχε; Τι σημασία είχε πότε παντρεύτηκε; Τι περίμενε στ’ αλήθεια μετά από είκοσι πέντε χρόνια απουσίας;
«Παντρεύτηκα πριν δεκαπέντε χρόνια. Είχαν περάσει ήδη δέκα, από τότε που χωρίσαμε, όταν αποφάσισα να νοικοκυρευτώ». Το είπε με τη βεβαιότητα εκείνου που έπραξε το σωστό με μια μικρή αιχμή για τη δική της βιασύνη να παντρευτεί ένα μόλις χρόνο μετά που χώρισαν. «Βλέπεις δε σε ξεπέρασα τόσο γρήγορα, όπως έκανες εσύ». Ευθύς και καυστικός. Εντούτοις γέλασε αχνά. «Εσύ;» υπήρχε υπαινιγμός στη χροιά της φωνής.
«Παντρεύτηκα λίγο μετά που χωρίσαμε, όπως ήδη σου έγραψα … Και έχω τρία παιδιά… Αλλά για μένα τότε ήταν μια λύση ανάγκης», βιάστηκε να συμπληρώσει, σαν να ήθελε να δικαιολογήσει την απόφαση της. Το μετάνιωσε πάλι.
«Ανάγκης;»
«Συναισθηματικής κάλυψης.. Τόνωσης της αυτοπεποίθησής μου, πώς το λένε; Θυμάσαι πόσο λίγο πίστευα στον εαυτό μου, τότε.» Γέλασε πάλι, αυτή τη φορά μηχανικά. «Ένα λάθος που το πλήρωσα ακριβά.»
«Το θυμάμαι… Εννοώ πόσο λίγο πίστευες στον εαυτό σου.»
«Ήμουν πολύ νέα και άπειρη.»
 «Ναι, είναι αλήθεια, ήμαστε πολύ νέοι τότε.»
Ακολούθησε άλλη μια αμήχανη  παύση.
«Είσαι ευτυχισμένος, λοιπόν;»
«Η γυναίκα μου είναι καταξιωμένη αρχιτέκτων.»
Δεν κατάλαβε αν ήταν συμπωματικό πού ανέφερε το επάγγελμα της συζύγου ή αν εννοούσε πως θα έπρεπε να είναι ευτυχισμένος γιατί η γυναίκα του ήταν  καταξιωμένη αρχιτέκτων. Αποφάσισε να μην το σχολιάσει, παρότι την ενόχλησε πολύ. Έτσι αρκέστηκε να του πει, «Χαίρομαι, για σένα».
«Είσαι ακόμα παντρεμένη; Δεν ήταν απόλυτα  ξεκάθαρο στα μηνύματά σου.»
«Είμαι, απλώς.. τυπικά… Όχι, είμαστε σε διάσταση». Δεν την άκουσε, η σύνδεση ήταν πολύ κακή εκείνη τη στιγμή. «Με συγχωρείς, τι έλεγες;»
«Παντρεμένη. Είπα πως είμαι παντρεμένη».
«Και είσαι ευτυχισμένη;»
«Όχι,» εκστόμισε αυθόρμητα, σχεδόν ακούσια.
 Φαίνεται πως η ειλικρίνεια της τον εξέπληξε, έτσι βιάστηκε να διορθώσει,  «Εννοώ πως…  Καλά είναι. Αν αφαιρέσει κανείς τη ρουτίνα.»
 «Θα του το φανέρωνες;»
  Αναρωτήθηκε τι εννοούσε.
  «Τι να του φανέρωνα;»
 «Ότι με αναζήτησες, ότι επικοινώνησες μαζί μου…»
«Για ποιο λόγο;»
«Άντρας σου είναι, δικαιούται να το μάθει.»
« Είναι πράγματα που ανήκουν μόνο σε μας, δεν τα μοιραζόμαστε παρά μόνο με τον εαυτό μας.» απάντησε απότομα. Είχε κιόλας ξεχάσει ότι εδώ και καιρό δεν ήταν πια παντρεμένη.
« Όμως, εγώ δε θα μπορoύσα να μην το αναφέρω στη γυναίκα μου, δεν το θεωρώ σωστό. Και δε θα ήθελα να το μάθει ξαφνικά.»
«Τι εννοείς;»
 «Να ανακαλύψει ότι επικοινωνούμε.. Μοιραζόμαστε την ίδια ηλεκτρονική διεύθυνση. Δε θα ήταν σωστό».
Δεν απάντησε και εκείνος βιάστηκε να προσθέσει «Δε θα διακινδύνευα την οικογενειακή μου γαλήνη, την ισορροπία μου…»
«Μα δε σου ζήτησα ...»
«Ιt is all abοut trust, isn’ it;» κατέληξε, πριν την αφήσει να ολοκληρώσει τη σκέψη της, βγάζοντας τη έτσι από τη δύσκολη θέση.
‘Ξενέρωτο’, θα έλεγε η εικοσάχρονη κόρη της, αν η Σοφία είχε το θάρρος να της αποκαλύψει κάτι τέτοιο. ‘Ο μπάσταρδος’, ‘πάλι τα ίδια,’ θα έλεγε με βεβαιότητα η μητέρα της. Ίσως βέβαια και να την επέκρινε, γιατί έσπρωξε τον εαυτό της σε αυτή τη ‘ταπεινωτική’ θέση για άλλη μια φορά. Τα πάντα ήταν ταπεινωτικά για εκείνη,  τα πάντα εξέθεταν εμάς στα μάτια των άλλων.
Ωστόσο η ίδια δεν εξέφρασε καμία απολύτως γνώμη στον πληγωμένο της εαυτό, ίσως μάλιστα πολύ βαθιά μέσα της να συμφωνούσε με την άποψη του. Δεν ήταν απόλυτα σίγουρη, ποτέ δεν ήταν σίγουρη για τίποτα,. Η αμφιβολία και όχι η βεβαιότητα την οδηγούσε πάντα στους δρόμους που επέλεγε: ‘Τhe roads less trodden’,  όπως έλεγε ο αγαπημένος της ποιητής Ρ. Φροστ. Πόσο την είχε γοητεύσει αυτός ο στίχος. Πολύ αργότερα συνειδητοποίησε πως κι ο δικός της δεν ήταν παρά ένας δρόμος σαν όλους τους άλλους και τίποτα περισσότερο.
Στο τελευταίο της μήνυμα δεν απάντησε. Ύστερα ακολούθησε σιωπή, όπως τότε πριν από είκοσι πέντε χρόνια, όταν της ανήγγειλε τηλεφωνικά, πως το είχε μετανιώσει, πως μάλλον είχαν βιαστεί, πως ήταν πολύ νέοι για μια τέτοια δέσμευση. Πως και οι δυο χρειάζονταν χρόνο, εμπειρία και δράση στη ζωή.
Παρόλα αυτά, εκείνη είχε ξοδέψει όλα αυτά τα χρόνια περιμένοντας το θαύμα της επανένωσης και τη ρομαντική αυτή ψευδαίσθηση υπέθαλπε για πάρα πολλά χρόνια, μια ολόκληρη ζωή, από τότε που τον συνάντησε.                                                    
                                                
                                                            ***

Αποφάσισε να τον διαγράψει από το μυαλό της. Είχε επιζήσει τόσα χρόνια χωρίς τη δική του παρουσία και έτσι θα συνέχιζε. Εξάλλου, αν ήθελε να επικοινωνήσει μαζί της, είχε τη διεύθυνση και τα τηλέφωνά της. Αλλά από τότε πέρασαν τρία χρόνια και ο Τζέραλντ δεν έδωσε κανένα σημείο ζωής. Ούτε ένα απλό φιλικό μήνυμα, ούτε μια ηλεκτρονική κάρτα με ευχές για τα Χριστούγεννα. Τίποτα.
Έβγαλε πάλι το κουτί με τις παλιές φωτογραφίες. Το άνοιξε σχεδόν ευλαβικά. Ενώ προσπαθούσε να αποφύγει τις φωτογραφίες του Τζέρλαντ. Ξάφνου έπεσε στα χέρια της μια ασπρόμαυρη σχολική φωτογραφία. Εκείνη στεκόταν με τους συμμαθητές και τις συμμαθήτριες στο προαύλιο του σχολείου. Πρόσωπα ανέμελα, χαμογελαστά κοιτούσαν το φακό με μια δόση αιδημοσύνης. Πόσα χρόνια είχαν περάσει από τότε. Η ίδια υπήρξε όμορφη στο παρελθόν. Όμως, τρομαγμένο παιδί, όπως ήταν, δεν το είχε καταλάβει. Πάντα ήταν ένα φοβισμένο και μπερδεμένο κορίτσι.
Κοίταξε προσεχτικά τα πρόσωπα ένα ένα. Στα δεξιά της ο Χρόνης, ο εφηβικός της έρωτας. Όμορφος και αρρενωπός, με αθλητικό παράστημα. Στεκόταν δίπλα της με ένα αστραφτερό χαμόγελο.  Να τη θυμόταν; Και πόσο να έχει αλλάξει από τότε;
Κάπου είχε διαβάσει γι’ αυτόν και για τα επιτεύγματά του. Ναι, το θυμάται καλά, ήταν μόλις πριν λίγα χρόνια, σε κάποιο άρθρο μιας έγκριτης εφημερίδας. Άραγε θα έβρισκε την ηλεκτρονική του διεύθυνση με την ίδια ευκολία που βρήκε τη διεύθυνση του Τζέραλντ; Και τι θα του έγραφε;  Άνοιξε τον υπολογιστή με ανανεωμένη την ελπίδα. Αυτή τη φορά, η διαδικασία θα ήταν σίγουρα ευκολότερη και πιο σύντομη, έπειτα αρκούσε ένα copy paste του πρώτου εκείνου μηνύματος όπου απαριθμούσε επιγραμματικά τους κύριους σταθμούς της ζωής της και αυτό ήταν όλο. Τα υπόλοιπα θα τα άφηνε στον Χρόνη!